Ἀκούγοντας τίς ελληνικές λέξεις

 

Γιάννης Κιουρτσάκης

ΙΙ. Οἱ ἑλληνικές λέξεις
Νά ’μαι στήν καρδιά τοῦ θέματός μου: στή γλώσσα ὡς πατρίδα τοῦ συγγραφέα καί, σέ ὅ,τι μέ ἀφορᾶ, στήν ἑλληνική γλώσσα. Μιλῶ ἑπομένως ὄχι ὡς γλωσσολόγος, γιά τόν ὁποῖο ἡ γλώσσα εἶναι ἕνα σύστημα σημείων ἰδωμένο συγχρονικά· οὔτε ὡς φιλόλογος ἤ φιλόσοφος πού βλέπει στά ἑλληνικά τή μήτρα τῆς κλασικῆς παιδείας καί τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας. Ἡ προσέγγισή μου εἶναι ταυτόχρονα πιό ταπεινή καί πιό φιλόδοξη: γιά μένα, ἡ γλώσσα εἶναι πρίν ἀπ’ ὅλα ἡ ὁμαδική προφορική δημιουργία μιᾶς κοινότητας ἀντρῶν καί γυναικῶν (ναί, ἀκριβῶς ὅπως ἡ προφορική λογοτεχνία, πού δέν εἶναι παρά ἕνα ἀπό τά γεννήματά της, ἀλλά πού ὑπῆρξε γιά μένα τό παράδειγμα χάρη στό ὁποῖο κατάλαβα ἀληθινά αὐτόν τόν θεμελιακό χαρακτήρα τῆς γλώσσας). Ἐννοῶ μιά κοινότητα νεκρῶν καί ζωντανῶν, πέρα ἀπό τίς ἱστορικές, γεωπολιτικές καί πολιτιστικές ρήξεις –κάτι ἐξαιρετικά ἐντυπωσιακό ὅταν ἀναφερόμαστε στήν τρισχιλιόχρονη ἑλληνική γλώσσα. Μέ ἄλλα λόγια, θά μιλήσω γιά τίς ἑλληνικές λέξεις ὡς ὁμιλητής αὐτῆς τῆς γλώσσας, ἀκριβέστερα ὡς ἐκεῖνος ὁ πολύ προσεκτικός ὁμιλητής της πού εἶναι ὁ συγγραφέας.
Χωρίς ἀμφιβολία, γιά ἐσᾶς τούς Γάλλους, ὅπως καί γιά κάθε δυτικό ἄνθρωπο, τά ἑλληνικά ἀποτελοῦν ἕνα θεμέλιο τοῦ πολιτισμοῦ σας· καί τοῦτο ἀληθεύει προφανῶς γιά τούς σημερινούς Ἕλληνες, ἔστω καί ἄν ἡ πραγματική τους σχέση μέ τά κλασικά γράμματα εἶναι, ἴσως, ἀκόμα πιό προβληματική ἀπό τή δική σας. Ἄς μή λησμονοῦμε ὅτι οἱ ἑλληνικές λέξεις πέρασαν στή Δύση ἀπό μιά μακρά διεργασία ἐπανερμηνείας πού ἔγινε ἡ βάση μιᾶς μακραίωνης φιλολογικῆς παράδοσης, στήν ὁποία ἡ ἀναγεννημένη Ἑλλάδα χρειάστηκε νά προσφύγει γιά νά γνωρίσει τή δική της κληρονομιά. Ὡστόσο, ὑπάρχει μιά οὐσιώδης διαφορά. Ἄν ὁποιοσδήποτε μεταλυκειακός σπουδαστής κλασικῶν σπουδῶν στή Γαλλία θά ἀποκρυπτογραφοῦσε πιθανόν εὐκολότερα ἀπό ἐμένα ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικό κείμενο, εἶναι βέβαιο ὅτι γιά κεῖνον πρόκειται γιά νεκρή γλώσσα. Ἀντίθετα, γιά ἕναν σημερινό Ἕλληνα, ἀνεξάρτητα ἀπό τό μορφωτικό του ἐπίπεδο, τά ἑλληνικά εἶναι μιά γλώσσα ὁλοζώντανη. Λέω τά ἑλληνικά καί ὄχι τά νέα ἑλληνικά. Γιατί; Μά γιατί αὐτή ἡ γλώσσα δέν σταμάτησε ποτέ νά μιλιέται ἀπό τότε πού γεννήθηκε. Κι ἄν ἄλλαξε πάρα πολύ, ἰδίως στή φωνητική καί στή σύνταξη, οἱ πιό ἀρχαϊκές της λέξεις εἶναι ἀδιάκοπα παροῦσες στά χείλη μας, στά γραπτά μας, στά ὄνειρά μας, στά βάθη τοῦ ἑαυτοῦ μας. Προσοχή: αὐτό δέν ἔχει ἀπολύτως καμιά σχέση μέ ὅ,τι ὀνομάζουμε ἐπιβίωση. Λέξεις ὅπως οὐρανός, γῆ, θάλασσα, ἀήρ (λέμε ἀέρας), πνοή, ἥλιος, φῶς, κύμα, κύκλος, κόσμος, βρίσκονται στήν καρδιά τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας, μέ τήν ἴδια κατ’ ἀρχήν σημασία πού εἶχαν στόν Ὅμηρο. Καί δέν πρόκειται μόνο γιά θέμα σημασίας. Αὐτές οἱ λέξεις κάνουν νά ἀντηχεῖ μέσα μας –παραθέτω πάλι τόν Σεφέρη– «μιά νότα [...] πού οἱ ἁρμονικές της ἁπλώνονται πολύ μακριά· εἶναι μιά αἴσθηση πολύ ἀλλιώτικη ἀπό ἐκείνη πού μπορεῖ νά δώσει μιά μετάφραση [...] Ἔχει τά χνάρια ἀπό χειρονομίες καί στάσεις πού ἐπαναλαμβάνονται ἐπί αἰῶνες, ὥς τίς μέρες μας...».
Ἀσφαλῶς πολλές ἄλλες λέξεις ἄλλαξαν σημασία ἐν ὅλῳ ἤ ἐν μέρει. Ὅμως, ἀκόμα καί τότε, ὁ σύγχρονος ὁμιλητής διακρίνει, μέ λίγη προσοχή, τόν ἀρχικό σημασιολογικό καί ἠχητικό πυρήνα τους, πού τοῦ ἐπιτρέπει νά φωτίσει τό σημερινό τους νόημα· κάτι περισσότερο, νά τό ἐμβαθύνει. Καί τοῦτο παρουσιάζει πιθανόν μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον γιατί, πρόκειται κυρίως γιά ἀφηρημένες λέξεις ἀπό τίς ὁποῖες παράγεται ἕνα πλῆθος ἄλλων λέξεων στίς εὐρωπαϊκές γλῶσσες. Ὡστόσο, γιά ἐμᾶς, τούς σημερινούς Ἕλληνες, αὐτές οἱ λέξεις κρατοῦν μέσα στόν τρόπο πού τίς ἀκοῦμε, τίς κατανοοῦμε καί τίς προφέρουμε, τήν ἠχώ τοῦ πρωταρχικοῦ τους νοήματος· ἑνός νοήματος συγκεκριμένου, χειροπιαστοῦ, διάφανου, στό ὁποῖο κυριαρχεῖ ἡ παρουσία τῶν αἰσθήσεων τοῦ ἀνθρώπου, ἰδιαίτερα τῆς ὅρασης.
Θέλετε κάποια παραδείγματα; H λέξη ἰδέα, προτοῦ ἀποκτήσει τή σημερινή ἀφηρημένη σημασία της, σήμαινε ὄψη, ἐξωτερική ἐμφάνιση, μορφή, ἀπό τόν ἀόριστο τοῦ ἰδεῖν (εἶδον), πού εἶναι κοινόχρηστος καί σήμερα, τοῦ ρήματος ὁράω-ῶ (κρατᾶμε πάντα τό ρῆμα βλέπω). Παρόμοια ἡ λέξη θεωρία ὀνομάζει πρῶτα τήν πράξη τοῦ βλέπειν, τοῦ παρατηρεῖν, τοῦ ἐξετάζειν ἀπό τό ρῆμα θεωρῶ, πού ἔχοντας θρησκευτική προέλευση θά μποροῦσε νά σημαίνει ἀρχικά καί θεόν ὁρῶ καί πού διατηρεῖται ἐπίμονα στήν προφορική ὁμιλία τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου ὅπου οἱ λέξεις θωρῶ καί θωριά ἔχουν τήν ἴδια σημασία (βλέπω καί ὄψη). Τό ἐπίθετο ὡραῖος, πού εἶναι στά νέα ἑλληνικά ταυτόσημο μέ τό ὄμορφος, πηγάζει ἀπό τήν ὥρα καί σήμαινε ἀρχικά αὐτό πού ἔρχεται στήν ὥρα του, στήν ἐποχή του, πού ἔχει ὡριμάσει–μιλᾶμε σήμερα γιά ὥριμους καρπούς. Ἀπό τήν ἄλλη, τό ἐπίθετο ἄσχημος σημαίνει κυριολεκτικά αὐτό πού δέν ἔχει σχῆμα.
Ἄς ἀκούσουμε τό οὐσιαστικό λόγος πού πολύ πρίν νά ὀνοματίσει ἤ μᾶλλον νά θεμελιώσει τήν ἔννοια τῆς λογικῆς, ὀνόμαζε τή ζωντανή ὁμιλία, τό ρῆμα, ὅπως μᾶς τό θυμίζει, στόν χριστιανικό κόσμο, τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο χρησιμοποιοῦμε πάντα αὐτή τή λέξη μέ τό ἴδιο νόημα. Ἄς ἀκούσουμε τήν ὁμιλία, πού σημαίνει σήμερα τό ἴδιο πράγμα, εἰδικά στή γλωσσολογία, ἀλλά κρατάει πάντα τήν ἀνάμνηση διάφορων ἀρχικῶν σημασιῶν, γιά παράδειγμα: συντροφιά, παρέα, συζήτηση (λέμε σήμερα συνομιλία, κουβέντα μαζί μέ ἕναν ἄλλον), σχέση οἰκειότητας, ἀκόμα καί ἐρωτική. Ἄς ἀκούσουμε στή λέξη αἰσθητική τόν θεμελιακό τόνο (ἦχο μαζί καί νόημα) τοῦ οὐσιαστικοῦ αἴσθησις: ἀκόμα μιά ζωντανή μαρτυρία τῆς προτεραιότητας τῆς αἴσθησης σέ σχέση μέ τήν ἔννοια. Ἄς ἀκούσουμε στό ρῆμα ἀπαντῶ, τή διπλή σημασία τοῦ ἀποκρίνομαι καί συναντῶ, τόσο στά ἀρχαῖα ὅσο καί στά νέα ἑλληνικά, ὅπως μπορεῖτε νά τό ἀκούσετε ἀπό τό στόμα ἑνός χωρικοῦ –ἀπό τούς λίγους πού ἀπομένουν.
Ἄς παρατηρήσουμε τή λέξη πρόσωπον. Σημαίνει ἐξαρχῆς τήν ὄψη, τή μορφή τοῦ ἀνθρώπου: βλέπειν τινά εἰς πρόσωπον. Προσπερνῶ τή σημασία τοῦ προσωπείου, τοῦ θεατρικοῦ προσώπου, πού διατηρεῖται στή λατινική persona. Ἀντίθετα, χρειάζεται νά ἐπιμείνω στή νέα βαθιά σημασία πού ὁ Χριστιανισμός θά δώσει, ἤδη μέ τήν Καινή Διαθήκη, σ’ αὐτή τή λέξη πού θά ὀνομάζει ἐφεξῆς τήν ψυχική καί πνευματική ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου. Κι αὐτές οἱ δύο σημασίες εἶναι ταυτόχρονα παροῦσες, σέ τέτοιο σημεῖο πού κάποτε συγχέονται, στό πνεῦμα τοῦ σύγχρονου Ἕλληνα ὁμιλητῆ, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ ἐδῶ κάπως σάν τόν λαϊκό δημιουργό πού, χάρη σέ ἕναν ἀφελῆ συγκρητισμό, συνδέει δύο κόσμους διαφορετικῶν ἤ καί ἀντίθετων σημασιῶν σέ ἕνα μοναδικό σημαῖνον. Ἀλλά πρόκειται ὄντως γιά ἀφέλεια; Ἤ μήπως γιά μιάν ἀσυνείδητη προσπάθεια τῆς γλώσσας, στήν ἀκατάπαυστη ἐξελικτική πορεία της, νά συμφιλιώσει αὐτούς τούς δύο κόσμους; Σάμπως ἡ ἴδια ἡ γλώσσα νά ζητοῦσε συγκεχυμένα νά φωτίσει τή στενή σχέση τῆς ἐξωτερικῆς ὄψης μέ τόν ἐσώτερο ψυχισμό τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά συλλάβει τή ζωντανή, συγκεκριμένη καί ἀπέραντα μυστηριώδη ὑπαρξιακή του ὁλότητα.
Ἄλλωστε, πρός μιά παρόμοια σημασιολογική ἀλληλοδιείσδυση μᾶς παρακινεῖ, νομίζω, τό ἴδιο τό πνεῦμα πού κρύβεται μέσα στή γλώσσα. Ἄν, ὅπως μόλις ὑπενθύμισα, ἰδέα σημαίνει ὄψη καί ἀπάντησις συγχρόνως συνάντηση (συνάντηση ποιῶν, ἄν ὄχι δύο ἀνθρώπων;) καί ἀπόκριση (ἀπόκριση σέ ποιόν ἄν ὄχι σέ ἕναν ἄνθρωπο πού μᾶς μιλάει;) δέν ὑπάρχει ἄραγε ἀνάμεσα σέ ὅλες αὐτές τίς λέξεις μιά ἀνταπόκριση, μιά ἀντιστοιχία, μιά ἐσωτερική συνάφεια;
Ἐπιτρέψτε μου νά ἐπιμείνω λίγο ἀκόμα στό ρίζωμα ὅλων αὐτῶν τῶν λέξεων στή συγκεκριμένη πραγματικότητα. Μᾶς βοηθάει νά καταλάβου- με ἕνα ἄλλο πολύ χαρακτηριστικό φαινόμενο: τήν πρωταρχική ἀπουσία μιᾶς ξεκάθαρης σημασιολογικῆς διάκρισης ἀνάμεσα σέ λέξεις στίς ὁποῖες ἔχουμε μάθει νά ἀποδίδουμε ἀντίθετες σημασίες. Ὅλοι οἱ ἱστορικοί τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ὑπογραμμίζουν, γιά παράδειγμα, τόν ἀποφασιστικό σταθμό πού ἀντιπροσωπεύει τό πέρασμα ἀπό τόν μύθο στόν λόγο. Ὡστόσο ὁ μύθος, ὅπως καί ὁ λόγος, σημαίνει ἀρχικά τήν ὁμιλία, τή μιλιά, τή λέξη (τό βλέπουμε στήν Ἰλιάδα καί στήν Ὀδύσσεια)· λές καί οἱ ρίζες τῶν δύο λέξεων συμπλέκονταν, ὅπως συμβαίνει μέ δυό φυτά πού φυτρώνουν τό ἕνα πλάι στό ἄλλο. Ἕνα ἄλλο παράδειγμα εἶναι ἡ λέξη σοφία πού ὁδηγεῖ στή φιλοσοφία, τό πρῶτο συνθετικό τῆς ὁποίας εἶναι ὁ φίλος, ἡ φιλία. Ἀλλά τί σήμαινε στό ξεκίνημα σοφία; Ἁπλῶς τήν ἐπιδεξιότητα, τή δεξιοτεχνία στίς χειρωνακτικές ἤ μηχανικές τέχνες· μιά σημασία πού βρίσκουμε στήν Ἰλιάδα ὅπου ἡ λέξη ἀναφέρεται καί στήν τέχνη τοῦ αὐλοῦ καί, κατ’ ἐπέκταση, στήν ποίηση! Παρόμοια, ἐπιστήμη σήμαινε ἀρχικά τέχνη, ἐπιτηδειότητα (σημασία πού βρίσκουμε ἐξάλλου καί στή γαλλική λέξη science). Ἰδού, λοιπόν, ἀμέσως μία ἐγγύτητα ἤ μία ἀλληλοδιείσδυση τῆς σοφίας καί τῆς ἐπιστήμης, κάτι πού φαίνεται εὔλογο· ἀλλά ἐπίσης –καί τοῦτο εἶναι πιό ἐκπληκτικό–μία ἐγγύτητα, μία γειτνίαση τῶν δύο λέξεων μέ τή λέξη ποίησις. Μεταφράζω ἀπό τό ἀρχαιοελληνικό-γαλλικό λεξικό Bailly: «Τό ποιεῖν, ἐξοῦ δημιουργία, κατά κανόνα σέ ἀντιδιαστολή μέ τή λέξη πρᾶξις, κατασκευή, ἱκανότητα σύνθεσης ποιητικῶν ἔργων καί, κατ’ ἀκολουθίαν, ποίηση, ποιητικό ἔργο, ποίημα.»
Θά μποροῦσα νά σᾶς μιλήσω ἀκόμα γιά τή λέξη μουσική, πού ἔρχεται, ὅπως ὅλοι ξέρουμε, ἀπό τίς Μοῦσες. Ἤ ἀκόμα νά ἀνακαλέσω τή λέξη ἱστορία ἡ ὁποία –προτοῦ νά ὀνοματίσει τήν ἀφήγηση γεγονότων πού χαρα- κτηρίζουμε ὡς ἱστορικά–σήμαινε ἀναζήτηση, πληροφόρηση, ἐξερεύνηση, ἔρευνα. Ὄχι, δέν φιλοδοξῶ ἐδῶ νά κάνω φιλολογική δουλειά. Ἐκεῖνο πού θέλω νά δείξω εἶναι ἁπλῶς ὅτι, ἐξερευνώντας αὐτές τίς ἱδρυτικές λέξεις, κατάλαβα καλύτερα τί ἀκριβῶς ἔκανα στή λογοτεχνική δουλειά μου. Πόσο θαύμασα, γιά παράδειγμα, ὅταν γράφοντας τό μυθιστορηματικό μου ἔργο, ἀνάβρυσε στό πνεῦμα μου ἡ λέξη μυθιστόρημα, λέξη νεοελληνική, μέ τήν ὁποία ὀνομάζουμε αὐτό τό νεωτερικό οὐσιαστικά λογοτεχνικό εἶδος καί ἡ ὁποία ἔχει συντεθεῖ ἀπό τίς ἀρχαῖες λέξεις μύθος καί ἱστορία! Πόσο θαύμασα, λέω, ἀνακαλύπτοντας μέσω αὐτῆς τῆς ἐτυμολογίας ὅτι ἡ ἐπιφανειακά αὐτοβιογραφική μου ἀφήγηση ἦταν, κατά βάθος, ἕνα κράμα μύθου καί ἱστορίας, κάτι πού ἀντιστοιχεῖ στήν ὀντολογική οὐσία τοῦ μυθιστορήματος.
Ναί, ἐκεῖνο πού μέ ἔσπρωξε νά «ρωτήσω» τίς ἑλληνικές λέξεις ἦταν ἡ ὑπαρξιακή ἔγνοια τοῦ συγγραφέα. Νά τίς ρωτήσω, ἀλλά πρῶτα νά τίς ἀκούσω μέ ἐκείνην τήν ἐσωτερική ἀκοή πού εἶναι στραμμένη πρός τό αἰσθησιακό, συναισθηματικό καί πνευματικό φορτίο τους· πού ἀναζητάει πάντα τήν πρώτη πρώτη σημασία τους, ἡ ὁποία, ὅσο κι ἄν μένει ἀνεύρετη, ρίχνει κάποιες στιγμές, μέσα ἀπό τό ἴδιο της τό σκοτάδι, ἕνα ἀλλόκοτο φῶς, πού θά μποροῦσε ἴσως νά μᾶς τή φανερώσει κάπως καλύτερα στό μέλλον.
Τό βλέπετε, δέν μιλῶ μόνο γιά ἐτυμολογία. Συλλογίζομαι περισσότερο ἐκείνη τή φωνή πού, ξεκινώντας ἀπό τά ἄγνωστα βάθη τοῦ χρόνου, μοιάζει νά σέ καλεῖ νά συλλάβεις τή μυστηριώδη καί καυτή νεωτερικότητα πού φωλιάζει μέσα της. Θέλω νά πῶ, νά ἀνιχνεύσεις μέσα στίς ἀρχαῖες λέξεις ἕνα νόημα κρυμμένο στίς ἀπαρχές της (ἤ μᾶλλον στήν ἀρχή της: λέξη πού σημαίνει στά ἑλληνικά ταυτόχρονα ξεκίνημα, ἀφετηρία καί βάση, θεμελιώδη κανόνα), ἀλλά πού δέν μπορεῖ νά γίνει ἀντιληπτό, νά φωτιστεῖ καί νά ζωντανέψει παρά μόνο στό φῶς τοῦ δικοῦ μας παρόντος· καί πού, γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο, μπορεῖ νά ἀνοίγεται στό μέλλον, ὅσο αὐτές οἱ λέξεις μένουν ζωντανές. Σάμπως ἡ ἀρχή νά ἐμπεριεῖχε ἤδη τό ὄχι λιγότερο ἀπροσπέλαστο ἀπό ἐκείνην τέλος τῶν λέξεων–αὐτό πού μένει πάντα νά ἔρθει. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ λέξη ἀρχή πῆρε ἐπίσης τή σημασία–στήν ἑλληνική μετάφραση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπό τούς O ́– τοῦ τελικοῦ ἄκρου, τοῦ τέρματος, τῆς ἀνακεφαλαίωσης.
Θά προσπαθήσω νά γίνω πιό συγκεκριμένος. Ἄς πάρουμε τή λέξη οἶκος πού εἶναι φορτισμένη μέ πολλές μετωνυμικές καί μεταφορικές συνδηλώσεις. Ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται πάντα στά ἑλληνικά, παράλληλα μέ τήν πολύ πιό συνηθισμένη σπίτι (ἀπό τή λατινική hospitium): λέμε, λόγου χάρη, οἶκος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί οἶκος ἀνοχῆς. Προπάντων, αὐτή ἡ λέξη εἶναι ἐνεργά παροῦσα σέ ἕνα πλῆθος ἄλλων λέξεων, ἀρχαίων καί νεότερων, ὅπου ἀντηχοῦν οἱ ἁρμονικές τοῦ ἴδιου θεμελιακοῦ ἤχου. Παράδειγμα, τό ἐπίθετο οἰκεῖος πού σημαίνει γνώριμος, φιλικός. Καί πῶς νά ξεχάσω τή λέξη οἰκουμένη; Πρόκειται ἀρχικά γιά μετοχή τοῦ ρήματος οἰκέω-ῶ (σήμερα λέμε κατοικῶ) πού, ἔχοντας συνταιριαστεῖ μέ τή λέξη γαῖα ἤ γῆ, στήν ἔκφραση οἰκουμένη γῆ σήμαινε ἀρχικά τή γῆ πού κατοικεῖται ἤ καλλιεργεῖται, σέ ἀντίθεση μέ τήν ἔρημο. Σάμπως ἡ μνήμη τῆς γλώσσας νά μᾶς φανέρωνε–ἔτσι τουλάχιστον τό αἰσθάνομαι–ὅτι τό σπίτι μας θά μποροῦσε νά ἀγκαλιάσει ὁλόκληρη τή γῆ, ὑπό τόν ὅρο νά τήν καλλιεργήσουμε καί νά ἐξοικειωθοῦμε μ’ ἐκείνην, νά τῆς ἐμπιστευτοῦμε τόν ἑαυτό μας· ὅτι, μέ ἄλλα λόγια, αὐτή ἡ Γῆ θά μποροῦσε νά γίνει γιά κάθε ἄνθρωπο μιά πατρίδα (κάτι πού πράγματι αἰσθάνθηκαν οἱ συγγραφεῖς τῆς ἑλληνιστικῆς περιόδου, ὅταν ὀνόμασαν μέ αὐτή τή λέξη ὅλον τόν κόσμο). Ἤ, γιά νά τό πῶ μέ ἕναν ἀκόμα τρόπο: ὅτι αὐτό πού οἱ σημερινοί Ἕλληνες ἀποκαλοῦμε οἰκουμενικότητα δέν εἶναι δυνατό νά προέλθει παρά ἀπό μιά προκαταρκτική οἰκειότητα μέ τόν κόσμο. Ἰδού πῶς ἡ κυριολεκτική σημασία τροφοδοτεῖ γενναιόδωρα μετωνυμίες καί μεταφορές, δείχνοντας ἔτσι ἀκόμα μιά φορά πόσο σημαντικό εἶναι τό ρίζωμα τῶν λέξεων στόν συγκεκριμένο κόσμο. Ἀκούω ἐδῶ, ἐγώ ὁ σημερινός Ἕλληνας συγγραφέας, μιά μουσική, γιά νά τό πῶ ἔτσι, πρόσκληση πού ἀπευθύνεται σέ ὅλους ἐμᾶς, τούς νεωτερικούς ἀνθρώπους, νά ἐργαστοῦμε γιά νά μεταμορφώσουμε τήν σπαρασσόμενη παγκοσμιοποιημένη ἐπαρχία μας σέ ἕναν πιό κατοικήσιμο κόσμο πού θά ἔμοιαζε περισσότερο μέ ἕνα σπίτι. Πολλῷ μᾶλλον πού, ὑπό τήν πίεση τῶν πραγμάτων, ἔγινε, εἴτε τό θέλαμε εἴτε ὄχι, τό κοινό μας σπίτι, μέ τόν χειρότερο δυνατό τρόπο.
Ἄς δοῦμε τή λέξη οἰκονομία, πού συνδέει τόν οἶκο μέ τή νομή, ἀλλά καί μέ τόν νόμο. Ξέρουμε ὅτι αὐτή ἡ λέξη ἀναλύθηκε ἀπό τόν Ἀριστοτέλη, πού τῆς ἔδωσε τή σημασία τῆς διαχείρισης τοῦ οἴκου, μέ ἄλλα λόγια αὐτοῦ πού ὀνομάζουμε σήμερα οἰκιακή οἰκονομία ἤ οἰκονομία ἐπιβίωσης. Καί εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἀντιπαρέβαλλε αὐτή τή δραστηριότητα μέ ἐκείνην τήν ὁποία ὀνόμαζε χρηματιστική, δηλαδή σχετική μέ τό χρῆμα, καί τήν ὁποία θεωροῦσε ἀνήθικη ἀφοῦ, ἔλεγε μέ προφητικό τρόπο, ἡ ἀναζήτηση τοῦ χρήματος δέν ἔχει ὅρια. Πάντως, ἡ λέξη οἰκονομία δέν πλάστηκε ἀπό τόν Ἀριστοτέλη. Εἶναι κι ἐκείνη καρπός μιᾶς ἀρχαιότερης, χωρίς ἄλλο, συλλογικῆς δημιουργίας. Καί οἱ ποικίλες συνδηλώσεις τῶν δύο συνθετικῶν της τῆς δίνουν ἕνα πολύ εὐρύτερο καί βαθύτερο νόημα· ἕνα νόημα οἰκουμενικό, πού μᾶς ἐπιτρέπει νά δοῦμε στήν οἰκονομία κάτι πολύ διαφορετικό ἀπό αὐτό πού ἐννοοῦμε σήμερα ὅταν προφέρουμε αὐτή τή λέξη, ἡ ὁποία δέν ἀπέχει πιά πολύ ἀπό τό σημεῖο νά συγχέεται μέ τή χρηματιστική, δηλαδή μέ τόν σύγχρονο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό.
Αὐτή ἡ οἰκουμενικότητα μᾶς παραπέμπει πρῶτα στό παρελθόν τῆς ἀνθρωπότητας πρίν ἀπό τήν ἱστορική ρήξη πού ἀντιπροσωπεύει ἡ ἐπινόηση ἀπό τήν εὐρωπαϊκή νεωτερικότητα τῆς κοινωνίας τῆς ἀγορᾶς, ὅπως τό ἔδειξε ἔξοχα ὁ Karl Polanyi στό βιβλίο του Ὁ μεγάλος μετασχηματισμός. Ρήξη ριζική σέ σχέση μέ ὅλες τίς λεγόμενες πρωτόγονες, ἀρχαϊκές ἤ ἁπλῶς προκαπιταλιστικές κοινωνίες, στίς ὁποῖες ἡ οἰκονομία δέν ἀποτελοῦσε μέ κανένα τρόπο μιά αὐτόνομη σφαίρα πού κυριαρχοῦσε στίς ἄλλες, ὅπως συμβαίνει στίς μέρες μας. Ἀπεναντίας, ἦταν μιά δραστηριότητα ἀχώριστη ἀπό τήν κοινωνική ζωή στό σύνολό της, ἀδιάσπαστα δεμένη μέ ὅλες τίς διαστάσεις της–θρησκευτικές, τελετουργικές, πολιτιστικές, πολιτικές, οἰκογενειακές κ.λπ. – κάτι πού ταιριάζει ἀπόλυτα μέ τό πρωταρχικό πνεῦμα τῆς λέξης οἰκονομία.
Ἀλλά αὐτό τό πνεῦμα θά μποροῦσε νά φανερώσει ἀκόμα καλύτερα τήν οἰκουμενικότητά του στό μέλλον, καθώς συνιστᾶ αὐτό καθεαυτό μιά ριζι- κή κριτική τῆς καπιταλιστικῆς οἰκονομίας μας, ἡ σημερινή λειτουργία τῆς ὁποίας μᾶλλον δέν θά μπορέσει νά παραταθεῖ ἐπ’ ἄπειρον. Κι ἐδῶ ἀκοῦμε πάλι, σέ μιά νέα παραλλαγή, τό κάλεσμα πού μᾶς ἔρχεται ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων, ὅπως τό ἀκούσαμε ἤδη στή λέξη οἰκουμένη: νά δώσουμε σέ ὅλη τή γῆ, πού ἔγινε ἀναγκαστικά τό κοινό μας σπίτι, ἕναν νόμο ἄξιο τοῦ ὀνόματός του, δηλαδή πρῶτα πρῶτα δίκαιο. Ὑπάρχει ἄραγε πιό κατεπείγουσα ἀνάγκη σέ ἕναν καιρό ὅπου μία ὁλοένα καί πιό καταχρηστική σημασιολογική διολίσθηση τῆς λέξης οἰκονομία ὁδηγεῖ στήν ὁλοκληρωτική ἀνομία τοῦ χρή- ματος; Καί συλλογίζομαι πώς, ἄν μία ἀπίθανη καλή τύχη μᾶς ἐπέτρεπε νά ἀνακτήσουμε τήν πρώτη σημασία τῆς λέξης, θά ἀνταποκρινόμασταν αὐτόματα καί στίς οἰκολογικές μας μέριμνες. Αὐτός εἶναι πιθανότατα ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἡ λέξη οἰκολογία, πού σχηματίστηκε στούς νεότερους χρόνους ἀπό τά ἑλληνικά, ἦταν ἄγνωστη στούς ἀρχαίους. Ἁπλῶς δέν τήν χρειάζονταν.
Ἰδού μέ ποιάν ἔννοια ἡ ἀρχή τῶν λέξεων μπορεῖ νά ἐμπεριέχει τό τέλος τους. Σάμπως ἡ πρώτη τους σημασία νά ἦταν ἀπό μόνη της μιά προσδοκία μέλλοντος, ἕνα κάλεσμα ἀπό τό μέλλον στόν ὁρίζοντα τοῦ ὁποίου κερδίζει ἕνα καινούργιο νόημα, πού ἔμενε κρυμμένο, γιατί δέν μποροῦσε νά γίνει ἐντελῶς ἀντιληπτό παρά μονάχα στό φῶς τοῦ δικοῦ μας παρόντος. Γιατί μόνο τοῦτο τό τελευταῖο μᾶς ἐπιτρέπει νά ἀνακαλύψουμε αὐτή τήν ἀκραία περιοχή τῆς οἰκονομικῆς ἠπείρου, πού χθές ἀκόμα δέν μπορούσαμε νά ὑποψιαστοῦμε.
Περιττεύει νά ὑπογραμμίσω ὅτι ἡ λέξη πολιτική προέρχεται ἀπό τή λέξη πόλις. Ὡστόσο πῶς νά μήν ἀκούσουμε κι ἐδῶ ἕνα κάλεσμα νά ἀνακτήσουμε τή σκληρά δοκιμαζόμενη ἰδιότητα τοῦ πολίτη, ὥστε νά ξαναγίνουμε ἄνθρωποι ἱκανοί νά κάνουμε πολιτική ἤ, γιά νά τό πῶ μέ τόν τρόπο τοῦ Jean-Claude Milner, νά περάσουμε ἀπό τήν «πολιτική τῶν πραγμάτων» στήν «πολιτική τῶν ὁμιλούντων ὄντων»; Πῶς νά μήν ἀκοῦμε στή λέξη δημοκρατία τήν οὐτοπική ἴσως ἐπιταγή (οὐτοπία: νά μία ἀκόμα λέξη πλασμένη ἀπό τά ἑλληνικά πού οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἀγνοοῦσαν), ἡ ὁποία δέν παύει ὅμως νά στοιχειώνει τά ὄνειρά μας· ἐννοῶ τό αἴτημα νά δώσουμε στόν δῆμο τά πραγματικά μέσα γιά νά ἀσκήσει τό κράτος του, δηλαδή τήν κυριαρχία του· κάτι πού ἀποτελεῖ ὅρον ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, γιά νά ὑπάρξει ἀληθινά ἀνθρώπινο πολίτευμα, ἔστω καί μόνο ἐξαιτίας τῆς ἐσωτερικῆς ἔντασης πού ἀπαιτεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους γιά νά κατορθώσουν νά τό πλησιάσουν, στόν ἀγώνα τους νά ὑπερβοῦν τίς συγκρούσεις πού εἶναι ἐγγενεῖς σέ κάθε κοινωνία.
Θά σταθῶ περισσότερο σέ μιά λιγότερο γνωστή ἐτυμολόγηση: ἐκείνην τοῦ ρήματος δημιουργῶ καί τῶν οὐσιαστικῶν δημιουργός, δημιουργία. Ἔχουν στά σημερινά ἑλληνικά τήν ἴδια σημασία πού ἔχουν στά γαλλικά τό ρῆμα créer καί τά οὐσιαστικά créateur, création. Ὡστόσο, στόν ἐτυμολογικό πυρήνα τῶν ἑλληνικῶν λέξεων, ξαναβρίσκουμε τόν δῆμο, ζευγαρωμένο μέ τή λέξη ἔργον. Δημιουργός σημαίνει ἑπομένως ἀρχικά τόν ἄνθρωπο πού ἐργάζεται, πού κάνει κάποιο ἔργο γιά τόν δῆμο, γιά τό κοινό, γιά τούς ἄλλους. Βέβαια, αὐτές οἱ λέξεις ἀπέκτησαν ἤδη στήν Ἀρχαιότητα μιά στενότερη ἔννοια καθώς ἀναφέρονταν στά χειρωνακτικά ἐπαγγέλματα, στή βιοτεχνία καί σέ ὅσους ἀσκοῦσαν αὐτά τά ἐπαγγέλματα. Ἡ σημασία τους διευρύνθηκε ξανά ἀπό τούς νεοπλατωνικούς, γιά τούς ὁποίους δημιουργός εἶναι ὁ ἀρχιτέκτονας τοῦ σύμπαντος. Ἀλλά τό μεγάλο βῆμα ἔγινε ἀπό τόν Χριστιανισμό πού μέ τή λέξη Δημιουργός ὀνόμασε τόν ἐκ τοῦ μηδενός Ποιητή τοῦ σύμπαντος. Ἐκεῖ βρίσκεται πιθανόν μία πηγή τῆς νεωτερικῆς ἀντίληψης τοῦ καλλιτέχνη ὡς μοναδικοῦ δημιουργοῦ ἑνός πρωτότυπου ἔργου. Ὡστόσο, δέν εἶναι ἄραγε ἀποκαλυπτικό ὅτι ἕνας Ἕλληνας συγγραφέας τοῦ καιροῦ μας μπορεῖ νά διακρίνει στήν καρδιά τούτης τῆς λέξης τή στιγμή πού ἡ ἀνθρώπινη κοινότητα, ἡ ὁποία μίλησε γιά πρώτη φορά αὐτή τή γλώσσα, αἰσθάνθηκε τήν ἀνάγκη νά φυτέψει τό ἔργο μέσα στόν δῆμο, τόν δῆμο μέσα στό ἔργο; Πῶς νά μή συγκινηθῶ ὅταν τήν ἀκούω νά μέ καλεῖ, ἐμένα τόν συγγραφέα ἤ τόν καλλιτέχνη τοῦ 21ου αἰώνα, νά ἀφοσιωθῶ ψυχῇ τέ καί σώματι στό ἔργο μου, ὥστε αὐτό νά ὑπερβεῖ τό ταπεινό «ἐγώ» μου καί νά προσφέρει κάποιο νόημα στή σημερινή ἤ στήν ἐπερχόμενη κοινότητα; Ἰδού μιά ἔκκληση πού ἀνταποκρίνεται, πιστεύω, στήν προσδοκία μυριάδων συγχρόνων μας νά δοῦν τήν καλλιτεχνική δημιουργία νά ξανακερδίζει λίγη ἀπό τή χαμένη της ἀξιοπρέπεια. Κάτι περισσότερο, μᾶς ἐπιτρέπει νά ἰχνογραφήσουμε ἕνα ἀξιόπιστο ἀξιολογικό κριτήριο σ’ ἕναν καιρό ὅπου ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς τέχνης ἔχει συσκοτιστεῖ ἀπό τήν ἀχαλίνωτη ἐμπορευματοποίηση τῶν «προϊόντων» της. Ἀρκεῖ νά ἀναρωτηθοῦμε γιά ποιόν ἐργάζονται οἱ κύριοι Jeff Koons, Damien Hirst καί ἄλλοι παραγωγοί τοῦ σημερινοῦ κίτς. Σᾶς ἀφήνω νά ἀπαντήσετε.
Τέλος, πῶς νά μήν ἀνακαλέσω τή λέξη κόσμος μέ τήν ὁποία ξεκίνησα καί ἡ ὁποία συμπυκνώνει τήν ἑλληνική ἀντίληψη τῆς ζωῆς; Πρίν ἀπ’ ὅλα σήμαι- νε τήν τάξη. Παραθέτω τόν φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου: «Τάξη λογική, κατανοητή, γενεσιουργός δίκαιων σχέσεων στήν κίνηση τῶν ἄστρων ὅπως καί στόν παλμό τῶν χορδῶν τῆς λύρας, στή ζωή τῆς πολιτείας ὅσο καί στήν ἀτομική ζωή» (Ἡ ἑλληνική τέχνη).
Ἀλλά αὐτή ἡ πηγή εἶναι ἀστείρευτη. Θά μποροῦσα νά ἀναφέρω λέξεις ὅπως ἁρμονία, θέατρον, δράμα, τραγωδία, μοίρα (κυριολεκτικά μέρος, μερ- τικό, μερίδιο πού δίνεται στόν καθέναν ἀπό ἐμᾶς–μερίδιο τίνος πράγματος ἄν ὄχι τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης;), διάλογος, συζήτησις (κυριολεκτικά, ζήτηση ἀπό κοινοῦ –μιά ἔννοια πού ἄν τήν προσέχαμε περισσότερο θά μποροῦσε νά κάνει λίγο γονιμότερους τούς στείρους πολιτικούς καβγάδες μας)... Κι ἔπειτα νά δοκιμάσω νά δείξω πῶς ὅλες αὐτές οἱ λέξεις–ἤδη τό ὑπαινίχθηκα– ἀπαντοῦν ἡ μιά στήν ἄλλη, διαμορφώνοντας ἕνα νοηματικό δίκτυο, ἕνα συνεκτικό σύστημα, μιά φιλοσοφία ἐμμενῆ στή γλώσσα, πού ἔρχεται πάλι καί πάλι στό φῶς τῆς ὁμιλίας μας. Ἀλλά ἕνα τέτοιο ἔργο ὑπερβαίνει κατά πολύ τίς δυνάμεις μου.
Ἄλλωστε, θά μπορούσαμε ἐπίσης νά ξεκινήσουμε ἀπό τή σύγχρονη σημασία μιᾶς λέξης, γιά νά ἀναδείξουμε μιά δευτερεύουσα ἤ λανθάνουσα σημασία πού ὑπῆρχε ἤδη στό ἀρχαῖο σημαῖνον, ἀλλά προπάντων γιά νά ἐμβαθύνουμε τήν κύρια σημασία της –ὅπως τό ἔκανα κάπως μέ τή λέξη πρόσωπον. Παράδειγμα, τό ἐπίθετο νόστιμος. Στά νέα ἑλληνικά σημαίνει αὐτό πού εἶναι εὐχάριστο στή γεύση καί γενικότερα στίς αἰσθήσεις, ἰδίως στήν ὅραση. Λέμε ἔτσι νόστιμο φαγητό, ἀλλά καί νόστιμο κορίτσι ἤ νόστιμος ἄνθρωπος. Ὡστόσο, αὐτή ἡ σημασία ἐμφανιζόταν ἤδη στήν ἀρχαιότητα (τή συναντοῦμε στόν Πλούταρχο)· ἀλλά ἔμενε μισοσβησμένη ἀπό τήν κυρίαρχη σημασία τῆς περίφημης ὁμηρικῆς ἔκφρασης νόστιμον ἧμαρ (ἡμέρα τῆς ἐπιστροφῆς [στήν πατρίδα]), καθώς τό ἐπίθετο προερχόταν ἀπό τό ρῆμα νοστῶ, ὅπως καί τό οὐσιαστικό νόστος, γιά τό ὁποῖο ἔχω μιλήσει. Ἄραγε δέν ὑπάρχει μιά συγγένεια ἀνάμεσα σ’ αὐτές τίς δύο σημασίες; Τί ἀντιπροσώπευε γιά τόν Ὀδυσσέα ἡ μέρα τῆς ἐπιστροφῆς στήν ἀγαπημένη του Ἰθάκη, ἄν ὄχι τήν πιό εὐχάριστη μέρα, ἐκείνην τήν ὁποία γεύτηκε μέ ἀγαλλίαση;
Κάτι πιό ἐκπληκτικό: αὐτή ἡ ἀλληλοδιείσδυση δύο διαφορετικῶν σημασιῶν πού τίς πλουτίζει καί τίς δύο, θυμίζοντας καί πάλι τό ἀργό καί ἀσυνείδητο ἔργο τῆς λαϊκῆς δημιουργίας, μπορεῖ νά φωτίσει, μέ τή σει- ρά της, μιάν ὑπαρξιακή ἐμπειρία βιωμένη καί διατυπωμένη σέ μιάν ἄλλη γλώσσα, ἀλλά πού, ὅταν φωτίζεται ἀπό τά ἑλληνικά, ἀποκτᾶ ἕναν καινούργιο τόνο, ἕνα πιό ἰσχυρό συμβολικό φορτίο. Τί ἦταν, λόγου χάρη, γιά τόν προυστικό ἀφηγητή ἡ μέρα ὅπου γεύτηκε ξανά τή μαντλέν, τό μικρό γλύκισμα τῶν παιδικῶν του χρόνων, ἄν ὄχι ἀκριβῶς ἡ μέρα πού τοῦ δώρισε τήν ἐπιστροφή στήν πιό βαθιά του μνήμη καί τοῦ ἐπέτρεψε νά ξαναβρεῖ τόν χαμένο χρόνο; Κοντολογίς, ἕνα νόστιμον ἧμαρ μέ τή διπλή ὁμηρική καί νεότερη ἔννοια τῆς λέξης: ἡ μέρα πού τοῦ ἄνοιξε τόν δρόμο γιά νά δημιουργήσει τό ἔργο πού δέν εἶχε πάψει νά ἀποζητᾶ, ἀλλά πού ἔμενε ἀπρόσιτο γιά πολλά χρόνια, ἀκριβῶς ὅπως ἡ Ἰθάκη γιά τόν Ὀδυσσέα; Καί τί ἀντιπροσώπευε γι’ αὐτόν τοῦτο τό ἔργο ἄν ὄχι τήν ἀληθινή, τήν πιό βαθιά πατρίδα του; Τό ἀναλογίζομαι μέ μεγάλη συγκίνηση γιατί τό Σάν Μυθιστόρημα εἶναι ζυμωμένο μέ αὐτό τό προυστικό βίωμα (πού τό διακρίνουμε ἤδη στόν Chateaubriand, στόν Gérard de Nerval ἤ στόν Baudelaire, ὅπως τό σημειώνει ὁ ἴδιος ὁ Προύστ). Μέ τή διαφορά ὅτι, γιά τόν Ἕλληνα ἀφηγητή, τό νά ξαναβρεῖ τόν χαμένο χρόνο ἤ τή χαμένη πατρίδα, σήμαινε πρίν ἀπ’ ὅλα νά βρεῖ τόν ἑαυτό του στό πρόσωπο τοῦ ἄλλου–νεκροῦ, ζωντανοῦ ἤ ἐπερχόμενου. Τό λέω χωρίς τήν παραμικρή ἀξίωση νά συγκρίνω λογοτεχνικά τόν ἑαυτό μου μέ αὐτούς τούς γίγαντες, ἔχοντας ἀποκλειστικά στόν νοῦ μιά διαφορετική πνευματική στάση, πού δέν εἶναι ἴσως ἄσχετη μέ τήν ἑλληνική γλώσσα.
Εἶναι ἀλήθεια: τό βάφτισμα τοῦ συγγραφέα στή γλώσσα του τόν κάνει περισσότερο δεκτικό στή γλώσσα τοῦ ἄλλου· καί, ἀντίστροφα, ἡ γλώσσα τοῦ ἄλλου τοῦ ἀποκαλύπτει ἀνυποψίαστα βάθη μέσα στή δική του γλώσσα. Ξαναβρίσκουμε ἐδῶ τή θεμελιακή σημασία πού ὁ διάλογος τῶν πολιτισμῶν ἔχει γιά τήν προσέγγιση τῆς οἰκουμενικότητας.
Τώρα καταλαβαίνετε ἴσως λίγο καλύτερα τήν «εὐτυχία νά εἶσαι Ἕλληνας». Τουλάχιστον γιά μένα, ἡ ἀνακάλυψη τῆς γλώσσας μου ὕστερα ἀπό μιά μακριά περιπλάνηση στή γαλλική παιδεία καί, σέ μεγάλο μέρος χάρη σ’ ἐκείνην, ἔγινε ὁ ἀληθινός νόστος στή μόνη πατρίδα πού ἀξίζει μέσα στήν ἐξορία τοῦ συγγραφέα στόν σύγχρονο κόσμο: ἐκείνην πού σέ καλεῖ νά ὀργώσεις τό χῶμα ὅπου βλασταίνουν «οἱ λέξεις τῆς φυλῆς» (Mallarmé) ὄχι τόσο γιά νά τούς «δώσεις ἕνα πιό καθαρό νόημα» (ὅπως τό λέει ὁ ποιητής), ἀλλά προπάντων γιά νά ἐξερευνήσεις, νά ἐμβαθύνεις καί νά ἀνανεώσεις ἐκεῖνο πού φωλιάζει ἤδη μέσα τους, ὥστε νά δώσεις νόημα στή ζωή σου καί στή ζωή τῶν ἄλλων. Μέ αὐτή τήν ἔννοια, νόστος δέ σημαίνει προφανῶς μιάν ἐπιστροφή στό ἑλληνικό παρελθόν, πού εἶναι ἔτσι ἤ ἀλλιῶς ἀδύνατη, ἀλλά ἕνα ταξίδι τοῦ πνεύματος καί τῆς ψυχῆς, ἱκανό νά σοῦ ἀποκαλύψει τούς θησαυρούς πού κρύβονται κάτω ἀπό τό τρομακτικό ἀλλά παραδόξως γόνιμο κενό τοῦ ἑλληνικοῦ παρόντος. Κι ἐδῶ σημειώνω παρεμπιπτόντως ὅτι, στά ἀρχαῖα ἑλληνικά, νόστος δέ σήμαινε μόνο τήν ἐπιστροφή, ἀλλά καί τόν πηγαιμό («Σάν βγεῖς στόν πηγαιμό γιά τήν Ἰθάκη», γράφει χαρακτηριστικά ὁ Καβάφης) ἤ ἁπλῶς τό ταξίδι· πράγμα πού ἔδινε φυσιολογικά στή λέξη τήν πρόσθετη σημασία τῆς ἄφιξης σέ μιά χώρα, τοῦ δρόμου ἤ τῆς ἐξόδου. Ἀπό αὐτή τήν ἄποψη, ὁ νόστος, ὅπως τόν ἀντιλαμβάνομαι ὡς ἄνθρωπος ἀγκυροβολημένος στήν κοινή μας νεωτερικότητα, δέν συνίστα- ται τόσο στό νά γυρίσεις ὅσο στό νά φτάσεις στήν πατρίδα σου ξεκινώντας ἀπό τήν ἐξορία, ἀφοῦ ἡ πατρίδα δέν εἶναι πιά κάτι δεδομένο, ἀλλά ἕνας σκοπός, ἕνα τέλος πρός τό ὁποῖο σέ σπρώχνει περισσότερο ἡ νοσταλγία τοῦ μέλλοντος παρά ἡ νοσταλγία τοῦ παρελθόντος. Θά ἔλεγα ὅτι ἐκεῖνο πού βρίσκεται στήν καρδιά τοῦ νεωτερικοῦ νόστου δέν εἶναι τό ξαναντά- μωμα μέ ἕναν κόσμο πού ἤδη γνώριζες, ἀλλά ἡ εὕρεση τοῦ ἀγνώστου· ὄχι ἡ ἀδύνατη ἐπιστροφή στό Ἴδιο, ἀλλά ἡ ἀνάδυση τοῦ Νέου, ἑνός Νέου δυνάμει δημιουργικοῦ πού μόνο ἡ ἀπώλεια τῆς ἀρχικῆς ἤ φαντασιακῆς πατρίδας μπορεῖ νά σοῦ χαρίσει· ἡ διάσχιση τῆς ἑτερότητας, πού μόνο αὐτή σοῦ ἐπιτρέπει νά προαισθανθεῖς τά ἀβυθομέτρητα βάθη τῆς ταυτότητάς σου. Αὐτό ἀκριβῶς δοκίμασα νά σᾶς μεταδώσω μιλώντας γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀκούω προσωπικά ὁρισμένες ἑλληνικές λέξεις πού δέν εἶναι, στά μάτια μου, μόνο μία κληρονομιά τοῦ παρελθόντος, ἀλλά ἀγγελιαφόροι ἑνός μέλλοντος πού μοῦ φαίνεται τόσο πιό ἀναγκαῖο ὅσο εἶναι –τό ξέρουμε– ἀβέβαιο.
Εἶναι καιρός νά συμπεράνω.
Ἐλπίζω ὅτι ἡ προσέγγιση πού πρότεινα εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό κάθε ἐθνοκεντρισμό: ὅσο κι ἄν εἶναι πιθανό ὅτι δέ θά εἶχα ἀκούσει μέ αὐτόν τόν τρόπο τή μακραίωνη φωνή τῆς γλώσσας μου, ἄν δέν εἶχα ζήσει στήν καινούργια κοινωνία πού γεννήθηκε συγχρόνως μέ τό ἑλληνικό κράτος, δέν ξεχνῶ ὅτι αὐτή ἡ γλώσσα διαμορφώθηκε καί ἄκμασε σ’ ἕναν καιρό πού ἀγνοοῦσε ὥς καί τήν ἰδέα τοῦ ἐθνικοῦ κράτους· κι αὐτό τῆς ἐπιτρέπει νά ὑπερβεῖ κάθε ἰδεολογία καί κάθε γεωπολιτική πραγματικότητα. Γιατί ἡ φωνή γιά τήν ὁποία μιλῶ εἶναι σίγουρα ἡ φωνή μιᾶς οἰκουμενικότητας· καί τό νά μπορεῖς νά τήν ἀκοῦς στό παρόν δικαιολογεῖ τήν ἐλπίδα ὅτι εἶναι ἀκόμα μεταδόσιμη στούς ἀνθρώπους τοῦ σήμερα καί τοῦ αὔριο.
 
Ὡστόσο αὐτός ὁ τρόπος νά ἀφουγκράζεσαι τήν ἑλληνική γλώσσα ἔχει μιάν ἰδιαιτερότητα σέ σχέση μέ τόν δυτικό οὑμανισμό. Ἐκεῖνο πού μᾶς διδάσκει εἶναι ἕνα μάθημα ταπεινότητας: νά σκύψουμε μέ ἀνιδιοτελῆ προσοχή στόν σκληρό, συγκεκριμένο, κυριολεκτικό καί κατεξοχήν διαλογικό πυρήνα τῶν ἑλληνικῶν λέξεων σέ ἀντίθεση–παραθέτω τό σκεπτικό τοῦ Συμποσίου μας– «μέ μιάν ὁρισμένη εὐρωπαϊκή οἰκουμενικότητα», ὥστε «νά σπάσουμε τόν κύκλο τῆς κλειστῆς ὁλότητας πού ὁμογενοποιεῖ καί συρρικνώνει τίς ἰδιομορφίες» στήν ὁποία κατέληξε αὐτή ἡ μορφή οἰκουμενικότητας. Καί σήμερα ἔχουμε ἐπιτακτικά ἀνάγκη ἀπό τό συγκεκριμένο, ὕστερα ἀπό τόσες καταστροφές πού προκάλεσε τό ἔργο τῆς ἀφαίρεσης –αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀφαίρεσης ἀπό τήν ὁποία κατάγεται ὁ τεχνοκρατούμενος καί ἀπ-άνθρω- πος κόσμος μας, ὅπως φανερώθηκε στά μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων μέ τίς τραγωδίες τοῦ 20οῦ αἰώνα καί φανερώνεται ἴσως ἀκόμα πιό καθαρά στίς μέρες μας. Γι’ αὐτό δέν μᾶς ἐπιτρέπεται πιά νά ἀγνοοῦμε ὅτι ἡ Ἑλλάδα, τήν ὁποία ἐπικαλέστηκε ἡ εὐρωπαϊκή νεωτερικότητα, ὑπῆρξε σέ μεγάλο μέρος μιά νοητική κατασκευή στήν ὑπηρεσία μιᾶς ἀντίληψης τοῦ κόσμου πολύ διαφορετικῆς ἀπό ἐκείνην πού εἶχαν οἱ Ἕλληνες–στό σημεῖο αὐτό, τό ἔργο τοῦ Κώστα Παπαϊωάννου πού προανέφερα εἶναι διαφωτιστικό. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἡ ἐμμενής στήν ἑλληνική γλώσσα φιλοσοφία πού προσπάθησα νά φωτίσω ἔχει, θαρρῶ, μπροστά της μέλλον. Γιατί ἐνῶ βρίσκεται, ἀπό πολλές ἀπόψεις, κοντά στήν παραδοσιακή σοφία ὅλων τῶν λαῶν τῆς προνεωτερικῆς ἀνθρωπότητας, διακρίνεται ἀπό αὐτήν, γιατί ρωτάει καί κρίνει τή δυτική μας νεωτερικότητα μέ τίς ἴδιες της τίς λέξεις.
 
*Πρόκειται γιά  ομιλία πού γράφτηκε καί εκφωνήθηκε στά γαλλικά, τόν Αὔγουστο του 2011, στό Banquet du Livre (Συμπόσιο του Βιβλίου) πού οργανώνεται κάθε χρόνο στή Lagrasse της νοτιοδυτικης Γαλλίας από τίς εκδόσεις Verdier.
 
Το πρώτο μέρος της  ομιλίας δημοσιεύτηκε στή Νέα Ευθύνη, τχ. 16 (Μάρτιος-Απρίλιος 2013), σσ. 145-151 και το δεύτερο μέρος δημοσιεύτεηκε στο περιοδικό Φρέαρ τχ.1,  (Μάιος-Ιούνιος 2013), σελ. 7-17.
 
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Χρήστου Μποκόρου.

πηγή κειμένου: Αντίφωνο