ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ («Ὁ Ρωμιός πρῶτα ζεῖ καί μετά συλλογιέται».)

Λαϊκή παράδοση καί λαϊκισμός [Β´]

Ἀλέκος Ε. Φλωράκης

α) Ὁ Ρωμιός πρῶτα ζεῖ καί μετά συλλογιέται. Δέν εἶναι διανοητικός ἀλλά βιωματικός. Ξεκινώντας ἀπό τή μυθική σκέψη καί ἑρμηνεία τοῦ κόσμου, συναντήθηκε γόνιμα μέ τό διαρκές παρόν τῆς ὀρθόδοξης λατρευτικῆς ζωῆς. Τά θεῖα πρόσωπα τοῦ εἶναι οἰκεῖα, φίλοι, γείτονες. Ὁ λαός νιώθει τό νεογέννητο Χριστό ὅπως τό δικό του βρέφος, πού γεννᾶται φτωχικά, νοηματοδοτώντας τή δόξα μέσ’ ἀπό τήν ταπείνωση. «Γεννᾶται» καί ὄχι γεννήθηκε, τώρα καί ὄχι κάποτε, κάθε χρόνο ξανά καί ξανά. Θρηνεῖ μαζί μέ τήν Παναγία, πονεμένη μάνα τόσο κοντινή, τό ἔαρ-σπλάχνο της, πού «σήμερον» κρεμᾶται ἐπί ξύλου, καί ἀγάλλεται λυτρωτικά στήν Ἀνάστασή του, στήν ἐτήσια ἀναγέννηση τῆς ἐαρινῆς γῆς, τοῦ Ἀδώνιδος, τοῦ Θεανθρώπου καί τοῦ ἀνθρώπου.
Οἱ ἅγιοι τοῦ λαοῦ μας δέν βρίσκονται κάπου ἀλλοῦ. Εἶναι ἐδῶ, κατοικοῦν μέσα στίς ἐκκλησιές τους, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι θεοί στό σηκό τοῦ ναοῦ, καί ἀπό ἐκεῖ φανερώνονται, θαυματουργοῦν, στεφανώνουν τούς διά Χριστόν σαλούς, καταδιώκουν τίς προσωποποιημένες λοιμικές νόσους, συλλειτουργοῦν μέ ἀγγέλους σέ μυστικές λειτουργίες, ἀπαιτοῦν ἀλλά καί ἀναταποδίδουν τά ταξίματα, κάνουν συμφωνίες μέ τόν Μακρυγιάννη, συμψάλλουν μέ τόν Παπαδιαμάντη, ἀποκαλύπτουν τό φῶς τους στόν Κόντογλου.
Ὅπως οἱ ἅγιοι, τό ἴδιο καί οἱ νεκροί εἶναι παρόντες. Ζῶντες καί τεθνεῶτες συνυπάρχουν στό παρόν. Στά κοιμητήρια (εἶναι χαρακτηριστικός ὁ ὅρος) ἀλλά καί μέσα στίς ἐκκλησίες ὅπου γίνονταν παλαιότερα ταφές, ὁ νεκρός «οὐκ ἀπέθανε, ἀλλά καθεύδει». Συμμετέχει στίς ἱερές ἀκολουθίες καί τίς ἑορτές, παρακολουθεῖ τόν ἐπιτάφιο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς νά ἁγιάζει τά μνήματα, φωτίζεται ἀπό τό ἀναστάσιμο φῶς στό καντήλι του, «συντρώγει» καί συνεορτάζει μέ τούς ζωντανούς στά πανηγύρια –ἐκκλησιά, ὀστεοφυλάκιο καί χοροστάσι κοντά κοντά. Ἡ στρατευομένη καί ἡ θριαμβεύουσα ἐκκλησία «ἐν ἑνί σώματι» στό χῶρο καί στό χρόνο.
Ὁ χρόνος γιά τόν παραδοσιακό ἄνθρωπο εἶναι κυκλικός. Ὁρίζει τίς ἀγροτικές ἐργασίες μέ χρονικά σημάδια τούς δυό καβαλάρηδες ἁγίους Δημήτριο καί Γεώργιο, ὑφαίνει τήν κοινωνική ζωή μέ τόν ἐθιμικό κύκλο τοῦ χρόνου καί τήν ἀνάπαυλα μέ τίς γιορτές καί τίς σκόλες. Ὁ ὀρθολογισμός τοῦ Διαφωτισμοῦ καί ἡ σχολαστική θεολογία τῆς Δύσης μετέτρεψαν τό βιωματικό ἄνθρωπο σέ σκεπτικιστή, τό θεόπτη σέ ἠθικολόγο. Ἀλλά τό ὀρθόδοξο, τό ρωμαίικο ἦθος δέν ἀνευρίσκεται στήν ὑποκατάσταση τῆς θείας ἐμπειρίας ἀπό τήν ἠθικολογία, τῆς νήψεως ἀπό τή μεταφυσική. Ἐκπορεύεται ὄχι ἀπό τούς νεμόμενους τήν πνευματική(;) ἐξουσία, «ὡς μιτροφοροῦντες Μῆδοι σατράπαι» κατά τόν Σκιαθίτη Ἀλέξανδρο, ἀλλά ἀπό τούς φιλοκαλικούς καί τούς «πτωχούς καί ταπεινούς τῇ καρδίᾳ». Καί οἱ «λαϊκές ρίζες μας» δέν ποτίζονται μέ ρετρό συναισθηματισμούς, οὔτε μέ τό φολκλορισμό τῶν νεόπλουτων ἀστῶν. Τό νά ὑψώνεις ἐπαύλεις στά νησιά, μέ πισίνες καί δρόμους πού τέμνουν τό τοπίο, δέν βαφτίζεται παράδοση, ἐπειδή τίς χτίζεις μέ καμάρες καί σαμαράκια, οὔτε βέβαια ἡ «ἀναβίωση» ἐθίμων μέ μορφή φιέστας καί τά ἀποκριάτικα ἅρματα ὑπό τούς ἤχους τῆς σάμπας. Ὅταν καί ὅπου ἀπουσιάζει τό βίωμα καί τό ἦθος, οἱ πανηγυρικοί περί ὀρθοδοξίας, ἐπιστροφῆς στίς ρίζες καί τά «ἄλλα ἠχηρά παρόμοια» δέν εἶναι παρά λαϊκισμός, κενός λόγος. .             β) Σέ ἄμεση συνάρτηση μέ τή βιωματικότητα, ἡ Ρωμιοσύνη ἐμπνεόταν πάντοτε ἀπό τό κοινοβιακό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν κοινοτική λαϊκή ὀργάνωση. Στήν οὐσία πρόκειται γιά τό ἴδιο ἦθος, στήν ἐκκλησιαστική καί τήν κοσμική του ἔκφραση. Ὁ ἄνθρωπος «φύσει κοινωνικόν ζῶον», δέν καταξιώνεται παρά σέ ἀναφορά μέ τό συνάνθρωπο, τόν πλησίον. Ἀλλά καί δέν σώζεται χωρίς αὐτόν, δηλαδή ἐκτός Ἐκκλησίας· δέν εἶναι ἄτομο ἀλλά πρόσωπο. Τό πρωτοχριστιανικό πνεῦμα, ὅπου ὅλοι «ἦσαν ὁμοθυμαδόν», ἔχοντες ἅπαντα κοινά, διασώθηκε στήν ὀρθόδοξη Ἀνατολή μέσα στά κοινόβια μοναστήρια ἀλλά καί μέσα στίς ἐνορίες καί τίς κοινότητες.
Γύρω ἀπό τήν ἐνορία ὀργανώνονται οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων πού τήν ἀποτελοῦν. Αὐτή εἶναι ὁ ὁριζόντιος ἄξονας πού τούς ἑνώνει μεταξύ τους καί ταυτόχρονα ὁ κατακόρυφος πού τούς ἑνώνει μέ τόν οὐρανό. Μέ τή δημιουργία ὅμως τοῦ μικροῦ νεοελληνικοῦ κράτους, οἱ μεγάλες δυνάμεις ἐπέβαλαν ἕνα εὐρωπαϊκό μοντέλο, ξένο πρός τήν ἑλληνική παράδοση. Τό μοναχικό ἰδεῶδες διώχτηκε, ἡ ἀναφορά πρός τή Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἀποκόπηκε μέ τήν ἀνακήρυξη τοῦ αὐτοκέφαλου, ἐπιβλήθηκε ἡ δυτική θεολογική σκέψη καί ὁ προτεσταντικοῦ τύπου εὐσεβισμός. Ἡ κοινοτική παιδεία ἐξοβελίστηκε καί ἡ λαϊκή συλλογικότητα ἀντικαταστάθηκε ἀπό ἕνα σύστημα συγκεντρωτικό. Τό ζητούμενο ἔκτοτε εἶναι ὁ ἐξευρωπαϊσμός, πού προσλαμβάνεται ὡς ἄκριτη μίμηση. Πλέον «ἀνήκομεν εἰς τήν Δύσιν» (μήπως στή δύση τοῦ ἱστορικοῦ προσώπου μας;). Ἡ μεγάλη ἰδέα ἀπό ρωμαίικη, πανορθόδοξη, ἔγινε ἐθνική καί ἐν τέλει ἐθνοφυλετική. Ἡ παράδοση ἐξέπεσε ἀπό λαϊκή αὐτοσυνειδησία σέ λαϊκιστική ἐξαγγελία. Στά δίσεχτα χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς, τό ὀρθόδοξο ἦθος ἦταν αὐτό πού διέσωσε τό Γένος. Στά δίσεχτα χρόνια τοῦ σημερινοῦ γραικυλισμοῦ, ἡ ἀποδόμηση αὐτοῦ τοῦ ἤθους ὁδηγεῖ σταθερά τόν Ἑλληνισμό στήν αὐτοκαταστροφή του. .             γ) Ὁ παραδοσιακός ἄνθρωπος ἔχει ἐπίσης μέτρο. Ὄντας μέρος τῆς φύσης, δέν ξεπερνᾶ τά ὅρια, τή σέβεται. Τό βλέπουμε καί σέ ἐπίπεδο νοοτροπίας, καθώς συνδέεται μέ τή γῆ καί τά πλάσματά της μέ μιά σχέση μυστική, ἐρωτικῆς ἀφοσίωσης, ἀλλά καί στήν κοινωνική ζωή, μέ κυρίαρχη τή συνεργατικότητα καί τήν ἀλληλοβοήθεια. Τό βλέπουμε ὅμως καί σέ ἐπίπεδο πρακτικό. Στήν παραδοσιακή ὀργάνωση τῆς οἰκονομίας, τήν οἰκιακή, τίποτε δέν ἐξωθεῖτο στήν ἐξάντληση ἤ στήν ἀπόρριψη. Ἡ ἀμειψισπορά ξεκούραζε τό χῶμα, ἡ πολυκαλλιέργεια ἐξασφάλιζε τήν αὐτάρκεια, ἡ ἐμπειρική γνώση ἀναπλήρωνε τίς ἐλλείψεις.
Τόσο τά φυσικά ὅσο καί τά χειροτεχνικά ὑλικά ἀξιοποιοῦνταν πολλαπλά, ἄλλαζαν μορφή καί χρήση, προσαρμόζονταν γιά νά θεραπεύσουν ἀνάγκες. Τό εὐλογημένο ἀμπέλι ἔδινε τό σταφύλι καί τό κρασί, τό ρακί καί τό πετιμέζι, ἀλλά καί οἱ κλαδεμένες βέργες χρησιμοποιοῦνταν γιά καύσιμη ὕλη ἤ, ἀφοῦ θρυμματίζονταν, γιά τόν ὀργανικό ἐμπλουτισμό τοῦ ἐδάφους, τά ἀμπελόφυλλα στή μαγειρική, οἱ βλαστοί ἀπό τά χλωρά κλαδέματα γιά ζωοτροφή, τά τσάμπουρα πού ἔμεναν στό πατητήρι γιά λίπασμα, τά κουκούτσια γιά λιπαντικό λάδι. Τά φορεμένα ροῦχα μπαλώνονταν, τά παλιά σκεύη ἐπισκευάζονταν, οἱ πρῶτες ὕλες (μέταλλα, μάρμαρο, ξύλο) ἀναχρησιμοποιοῦνταν, τό χαρτόνι τῶν κουτιῶν ἀξιοποιεῖτο σέ ποικίλες χρήσεις.
Ἀντίθετα, ὁ σύγχρονος καταναλωτικός ἄνθρωπος ὑπακούει στό λαϊκισμό μιᾶς ψευδεπίγραφης ἀφθονίας. Φτηνοπράματα ἑτοιματζίδικα μιᾶς χρήσης καί μετά πέταμα, ἀπληστία κατευθυνόμενη ἀπό τή διαφήμιση, συσσώρευση «ἀγαθῶν» ὄχι μόνο ἄχρηστων ἀλλά καί ἐπιζήμιων. «Πόσα πράγματα βλέπω στήν ἀγορά πού δέν τά ἔχω ἀνάγκη», ἔλεγε ὁ σοφός Σωκράτης, ἐνῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει: «Ἔχοντες τροφάς καί σκεπάσματα τούτοις ἀρκεσθησόμεθα». Φιλαλληλία καί λιτότητα ὑπῆρξαν πάντα ἑλληνικές καί χριστιανικές ἀρετές. Ἴσως ἡ σημερινή κρίση μᾶς ξαναθυμίσει τήν πρωταρχική σημασία τους: σμίξιμο καρδιᾶς καί ὄχι μωρία, ἐλευθερία καί ὄχι τιμωρία. .        δ) Οἱ Ἕλληνες ὑπῆρξαν πάντοτε λαός οἰκουμενικός. Ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια θέλησαν νά γνωρίσουν «πολλῶν ἀνθρώπων ἄστεα καί νόον» σέ ὅλον τόν τότε γνωστό κόσμο. Ἔφεραν τόν πολιτισμό ἕως τά βάθη τῆς Ἀσίας, δεχόμενοι ὡς Ἕλληνες πάντες τούς μετέχοντες «τῆς ἡμετέρας παιδεύσεως».
  Ὁ Χριστιανισμός ἀξιοποίησε τόν πλοῦτο καί τήν ἀκρίβεια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, οἰκουμενικῆς ἤδη, καί τό Βυζάντιο λειτούργησε ὡς κράτος πολυεθνικό, χωρίς διάκριση φυλῆς, πολιτισμικά ἑλληνικό καί θρησκευτικά ὀρθόδοξο. Αὐτό τό τελευταῖο ὑπῆρξε καί τό ἑνοποιό στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας, τό συστατικό της γνώρισμα. Ἡ διάδοση τοῦ θείου λόγου στούς ἄλλους λαούς δέν ἔγινε μέ κονκισταδόρες καί μισιονάριους ἀλλά μέ σεβασμό στίς τοπικές παραδόσεις καί στίς ἐθνικές γλῶσσες, ἐπινοώντας ὅπου χρειάστηκε καί γραφή, ὅπως τό κυριλλικό ἀλφάβητο γιά τούς Σλάβους. Ἀλλά καί στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καί μέχρι σήμερα οἱ Ἕλληνες ἁπλώθηκαν στά πέρατα τῆς γῆς, σέ ἀκμάζουσες παροικίες, μέ πατριωτικό καί θρησκευτικό φρόνημα καί πάντα ἐμφορούμενοι ἀπό κοινοτικό πνεῦμα.
    Αὐτή ἡ οἰκουμενικότητα δέν ἔχει τίποτε τό κοινό μέ τήν προωθούμενη σήμερα παγκοσμιοποίηση. Ἡ τελευταία δέν εἶναι παρά ὑποταγή σέ μιά παγκόσμια οἰκονομική τάξη, κατευθυνόμενη ἀπό τά διεθνῆ συμφέροντα καί τίς ἀγορές, ἐθνικά ἀποχρωματισμένη καί πολιτισμικά ἀλλοτριωμένη. Εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ-χρήματος, πού ἐπιβάλλεται μέ ὅλα τά μέσα: ἀπληστία, κατανάλωση, λήθη τῆς ἱστορίας καί τῶν παραδόσεων, ἀπαξίωση τῆς οἰκογένειας, ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας, ἀποψίλωση τῆς γλώσσας, πολιτισμική ἰσοπέδωση, πόλεμο.
    Σήμερα ἡ σχέση κράτους-πολίτη δέν ἔχει οὐσιαστικά μεταβληθεῖ ἀπό τά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Ὅπως καί τότε, οἱ ρόλοι παραμένουν ἐγκλωβισμένοι στήν ἴδια ἀνεπάρκεια καί ἀντιπαλότητα. Τό κράτος εἶναι πάντα καταναγκαστικό, ληστρικό καί ἐν τέλει ἀνίκανο νά ἐμπνεύσει ἐμπιστοσύνη καί συνεργατικότητα γιά τό κοινό καλό καί ὁ πολίτης στέκεται ἀπέναντί του μέ στάση ἀμυντική, ἐνίοτε καί ἐπιθετική, προσπαθώντας νά τό ὑπερκεράσει. Ἀπό τή μιά ἐπαχθῆ βάρη, ἀναξιοκρατία, ἔλλειψη σχεδιασμοῦ, πολιτικός τυχοδιωκτισμός. Ἀπό τήν ἄλλη διαφθορά, φοροδιαφυγή, ἀπάτη. Μετά τή δημιουργία τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, οἱ Ὀθωμανοί πασάδες καί οἱ ἐγχώριοι κοτζαμπάσηδες ἔδωσαν τή θέση τους στούς Βαυαρούς τῆς Ἀντιβασιλείας καί ἐκεῖνοι στά ἀγγλόφιλα, γαλλόφιλα καί ρωσόφιλα κόμματα. Ἀντίστοιχα, οἱ κλέφτες πού μάχονταν τούς Τούρκους ἔγιναν ληστές στά βουνά καί μάχονταν τούς χωροφύλακες.
    Σήμερα οἱ ληστές ὀνομάζονται οἰκονομικά συμφέροντα, διαπλοκή, διεθνεῖς ἀγορές. Συνεχίζουν βάσει σχεδίου τήν ἐπί δύο αἰῶνες ἀποδόμηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἤγουν τοῦ ἑλληνικοῦ ἤθους. Διότι τό ἦθος εἶναι ἐν τέλει πού καθορίζει τίς πολιτισμικές μας συντεταγμένες. Ἦθος πού δέν ἀνευρίσκεται κατ’ ἀνάγκην στούς πεπαιδευμένους καί τούς ἰσχυρούς (γιά νά μήν πῶ ὅτι συχνά ἀπό ἐκεῖ ἀπουσιάζει) ἀλλά σέ ἁπλούς, καθημερινούς ἀνθρώπους. Βρίσκει κανείς μεγάλη σοφία ἀνάμεσα σέ ἀγρότες, τεχνίτες καί ψαράδες, χωρίς θύραθεν παιδεία ἀλλά μέ παιδαγωγία Χριστοῦ καί παραδοσιακό ἑρματισμό. .             Συμπερασματικά, τό κύριο στοιχεῖο τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης, ὁ συνεκτικός της κρίκος, εἶναι ἡ συνείδηση τῆς ἰδιαιτερότητάς της. Ὀφείλουμε νά τή διαφυλάξουμε καί νά τήν προβάλουμε στόν παραπαίοντα κόσμο μας. Αὐτός πρέπει νά εἶναι ὁ ρόλος μας στήν Εὐρώπη τῶν λαῶν. Ὅταν καί ὅπου ἡ αὐτοσυνειδησία εἶναι ζωντανή, τά σύνορα καταργοῦνται, οἱ ἀποστάσεις ἐκμηδενίζονται, τά διεστῶτα ἑνώνονται. Ὁ Ἑλληνισμός διασχίζει τό χῶρο καί τό χρόνο ὡς σπινθήρας καί ἰαχή. Ὑπάρχει καί ζεῖ πλησίον καί μακράν, σέ ἀλλότριους τόπους καί δύσμοιρους καιρούς, σέ στιγμές δόξας καί πίκρας.

http://trelogiannis.blogspot.gr/2014/05/blog-post_6269.html