Οδυσσέας Ελύτης: ανακαλύπτοντας την σκέψη του


Κλείνουν σήμερα 17 χρόνια από την κοίμηση ενός από τους πολύ Μεγάλους του Ελληνισμού, του Οδυσσέα Ελύτη (18 Μαρτίου 1996). Το ριζοσπαστικά καίριο της σκέψης του, πέρα από το θεοείκελο ποιητικό του τάλαντο, συχνά παραθεωρείται επικαλυπτόμενο από την «αυτονόητη», δεδομένη εκτίμηση στον «νομπελίστα».
Και έτσι «κρύβεται» μια σκέψη καταλυτική, η κατανόηση της οποίας θα μπορούσε να αλλάξει την Ελλάδα.
Γι’ αυτό είχαμε σημειώσει παλαιότερα, επαναλαμβάνοντας την κρίση του Κώστα Ζουράρι, ότι τα πεζά κείμενα του Ελύτη είναι κατ’ ουσίαν πολιτικά κείμενα. (Πεζά τα οποία το ελληνικό κράτος ουδέποτε φρόντισε να μεταφραστούν σε ξένες γλώσσες, καθ΄ ότι… πεζό…)
Έτσι, αντί για νεκρολογίες και βιογραφικά σημειώματα, παραθέτουμε αποσπάσματα από ένα σημαντικό πεζό κείμενο του Ελύτη: αναζητήστε ολόκληρο το κείμενο, για μελέτη. Πρόκειται για τα «Δημόσια και τα Ιδιωτικά» (1990), που περιλαμβάνονται στην συλλογή πεζών του Ελύτη «Εν Λευκώ» (εκδ. Ίκαρος) και κυκλοφορούν επίσης αυτοτελώς από τις ίδιες εκδόσεις. Επαναλαμβάνουμε: πρόκειται για ένα πολιτικό κείμενο… Πολιτικό με τρόπο πολύ ουσιωδέστερον από κάθε εφημερολογία. Καθώς και κάποια ψηφιακά σπαράγματα της παρουσίας του.
Ο Ελύτης είναι Άγιος του καθ’ ημάς Τρόπου. Και την μνήμη των αγίων την γιορτάζουμε την ημέρα της κοίμησής τους.
Σωτήρης Μητραλέξης

Οδυσσέας Ελύτης – Τα δημόσια και τα ιδιωτικά (αποσπάσματα)
«Ω να μπορούσανε, λέει και τα οργανωμένα κράτη να διαμορφώσουν μια δημόσια ζωή με νόμους σαν αυτούς που διέπουν το άτομο. Να επιφοιτούσε στα κοινά η ψυχή, και μια
διαταγή του υπουργείου Υγείας να ξαπόστελνε στα εργοστάσια επεξεργασίας απορριμμάτων
όλες τις πενταροδεκάρες τών συμφερόντων, για να βγουν έστω και λίγα γραμμάρια ομορφιάς.
Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ενα
δάκρυ οταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο. Κοντολογίς, να
μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για
μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά άπ’ το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και
κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της
Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι το πιό ταπεινό
εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι το χράμι όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη
των Λουδοβίκων. Τί σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις
κοινότητες; Ποιός καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας
οδηγήσει σ’ενα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα
να συμπίπτει με κείνο των αρίστων.»


Μέσα σ’ ενα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι όπως το
αντιλαμβάνονται μερικοί κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή
της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη.
Θέλω να πιστεύω – και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον άγώνα της με τη
γνώση – ότι όπως και να τα εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα
δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε
ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε ύπογεγραμμένη δεν είναι παρά, ένας
κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου,
κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί από
περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.
Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από
την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση
κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ’ εμείς, με τα
διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα
μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο τού ροκανίσαμε την ίδια
του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που
μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω.
Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να ‘χω ζήσει σε καμιά καλή
εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω
σαν ν’ ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι να
μην ανήκω πουθενά. Τόσο πολύ αισθάνομαι να είναι η ζωή μου συνυφασμένη μ’ αυτήν την
«υδρόγεια λαλιά», που δεν είναι παρά η οπτκή φάση της ελληνικής λαλιάς, της ικανής με τη
διπλή της υπόσταση να ομιλεί και να ζωγραφίζει συνάμα. Και που εξακολουθεί αθόρυβα όσο
και δραστικά, παρά τις άνωθεν επεμβάσεις, να εισχωρεί ολοένα μέσα στην ιστορία και μέσα
στη φύση που τη γέννησαν, έτσι ώστε να μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος
χρόνου σε παρόν, και να μετατρέπεται από το παρόν αυτό σε όργανο προικισμένο με τη
δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια. Όμως, για
να το αντιληφθεί αυτό κανείς, πρέπει να ‘χει περάσει απ’ όλες τις διεργασίες, όσες
απαιτούνται για να μπορεί να διακρίνει που κείται το καίριο. Το καίριο στη ζωή αυτή
κείται πέραν του ατόμου. Με τη διαφορά ότι αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο – κι όλα
συνωμοτούν στην εποχή μας γι’ αυτό -αδυνατεί να το υπερβεί.
Σ’ αυτό το σημείο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, που οι περισσότεροι αδυνατούν, επί
παραδείγματι, να εκτιμήσουν την υγεία επειδή δεν έτυχε ν’ αρρωστήσουν, ή επειδή -το
χειρότερο- θεώρησαν «καίριο» την αρρώστια. Ο μηχανισμός μιας λειτουργίας όπως αυτή
αντανακλά πάνω στη λογοτεχνία μας, την καταδυναστεύει, την υποβάλλει σ’ ένα είδος
παραμορφωτικής αρθρίτιδας, που εξαιτίας μιας μακράς και συνεχούς τακτικής εκλαμβάνεται
ως η μόνη φυσιολογική.»


«Έχω αποτραβηχτεί πίσω από την τζαμαρία και
παρακολουθώ τον γέρο Λεμονή, που τρέχει κατά το μόλο φωνάζοντας και χειρονομώντας.
Θα του λύθηκε το παλαμάρι της βάρκας. Ε, αυτός είναι κι αν είναι, κυριολεκτικά, μ’ έναν
παλιό πουνέντε στο γύρο του προσώπου του. Αγρότης και ναυτικός συνάμα. Ένας από τούς
τελευταίους διαχρονικούς Έλληνες, με τις γερές του πλάτες, το πυκνό λευκό του μαλλί και
το κορμί του το κεραμιδί που σου υποβάλλει την ιδέα ότι θα μπορούσε να ‘ναι κι ένας
υπήκοος της Κρήτης του Μίνωα. Δούλος ίσως, αλλά σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντά
του. Και αυτό έχει σημασία. Επειδή έκτοτε δεν παρατηρήθηκε, ως φαίνεται, σε κανέναν από
τους πολιτισμούς που γνωρίζουμε.

Τα μικρά μεγέθη, ο περιορισμένος πληθυσμός, η περίπου ανυπαρξία καταναλωτικών αγαθών,
μείωναν τις διαφορές ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, έτσι που η πλάστιγγα να γέρνει
πάντοτε από το μέρος της ποιότητας και του καλού γούστου, που ή ύπάρχουν διάχυτα στον
αέρα για τον καθένα ή δεν πουλιούνται στην αγορά ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται
οι όλίγοι. Και μολονότι το άτομο στα χρόνια εκείνα έμοιαζε το ίδιο ισχυρά σβησμένο πίσω
από την τεχνουργία όσο και στα χρόνια της πλέον ακμαίας χριστιανοσύνης, θα έλεγε
κανένας ότι προηγουμένως είχε προφτάσει να ολοκληρωθεί, θέλω να πω να εξαντλήσει όλους
τους πόρους της ψυχικής του ευφορίας, ώστε να κόβει λουλούδι και για να το χαίρεται και για
να το εκμεταλλεύεται χωρίς να σημειώνεται πουθενά το παραμικρό χάσμα.»


«Δεν τολμάς να τραβήξεις μιαν άπο τις αξίες που πιστεύεις ότι ικανοποιούν την εθνική σου
φιλαυτία, και βλέπεις να βγαίνουν μαζί της ενα σωρό άνθρωποι των χρηματιστηρίων, που
ανεβοκατεβαίνουν στην κόλαση όπως στο σπίτι τους. Δεν κοτάς ν’ άγγίξεις μιαν απο τις αξίες
που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, και βρίσκεσαι να «κάνεις
πορεία» μ’ έναν συρφετό άνθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη αλλά την περιμένουν
από τον καθοδηγητή τους.»
«Περιμένω τον καλλιτέχνη -που όσο περνάν τα χρόνια τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν
ν’ αναφανεί- τον ικανό να στήσει, αποστραγγίζοντας όλο το απόθεμα του θυμητικού μας, το
μνημείο στον «άγνωστο ιδιώτη». Όπως ως τώρα εστήσαμε σε κάθε γωνιά του τόπου μας
κάποιο μνημείο στον «άγνωστο στρατιώτη». Θα πρέπει να βγαίνει άπο την κυανή και λευκή
Μεγάλη του Γένους Σχολή και ν’ άντανακλά όλο φώς πάνω στην πίσσα της Ευρώπης που
θάβουμε σήμερα εν όψει μιας άλλης που μοιάζει να γεννιέται. Χωρίς διάκριση. Πάνω στούς
μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Καρτέσιους και τους
Καλβίνους, τους Κάντ και τους Μάρξ, τον Πάπα —Θεός σχωρέσει τους.»


πηγή