Το τραπέζι της Κυριακής που «έδενε» οικογένειες

Ο Ηλίας Μαμαλάκης αναπολεί


Λίγες δεκάδες χρόνια πριν, όσες δουλειές κι αν είχαν τα μέλη μιας οικογένειας, όσο παράξενα ωράρια κι αν υπήρχαν στον καθένα χωριστά, το τραπέζι της Κυριακής ήταν ιερό. Προαποφασιζόταν το μενού από το Σάββατο, γίνονταν τα ανάλογα ψώνια και η προετοιμασία ξεκίναγε από νωρίς την Κυριακή. Το αρνί, όπως και σήμερα, έπαιζε κυρίαρχο ρόλο στο τραπέζι της Κυριακής. Τη μια γινόταν με πατατούλες και λαδορίγανη και την άλλη γιουβετσάδα με μπόλικη ντομάτα και κριθαράκι. Φυσικά, το φαγητό δεν ερχόταν ξερό στο τραπέζι, αλλά συνοδευόταν από τις ανάλογες σαλάτες, οπωσδήποτε τυράκι στην τυριέρα και κρύα ρετσίνα από το ψυγείο αγορασμένη χύμα από τη μάντρα της γειτονιάς. Ενίοτε, εάν υπήρχαν συγγενείς προς τη μεριά της Νεμέας, ένα αγιωργίτικο γέμιζε τις καράφες.

Κατά δε την προκαταρκτική διαδικασία και μάλιστα όταν υπήρχαν και καλεσμένοι, ετοιμαζόταν το ανάλογο ουζάκι. Απλά πράγματα. Σαρδέλα του κουτιού, ψιλοκομμένο σαλαμάκι από τη Λευκάδα, ελίτσες, πικάντικο κεφαλοτύρι κομμένο σε κύβους, ντομάτα γαρίφαλο, αγγουράκια βουτηγμένα στο ξίδι. Από τότε τα παγάκια βρόνταγαν μέσα στα ποτήρια με το γαλακτώδες ποτό.

Η ουσία όμως δεν ήταν το μενού του κυριακάτικου τραπεζιού, η ουσία ήταν η ιεροτελεστία. Οσο οι άντρες έπιναν το ουζάκι και οι γυναίκες ετοίμαζαν το κυρίως φαγητό ξεκίναγαν οι συζητήσεις. Στην αρχή ήταν ανταλλαγή ειδήσεων, μετά τα πράγματα χόντραιναν, έμπαιναν στις πολιτικές συζητήσεις και τότε οι αντιθέσεις ανάμεσα σε δεξιούς και αριστερούς ήταν πιο έντονες. Πολλές φορές άρχιζε να διαφαίνεται κάποιος καβγάς, αλλά ένας πρόσθετος μεζές ή η γυναικεία παρέμβαση έστρωναν τα πράγματα. Κανένας δεν μισούσε κανέναν. Κι όταν όλος ο κόσμος καθόταν στο τραπέζι μαζί με τα παιδιά, τότε όλα γλύκαιναν.

Στον έναν άρεσε το φαγητό, στον άλλον όχι, ο ένας ήθελε άπαχο το κρέας, ο άλλος με πολύ λίπος. Ακούγονταν έπαινοι για τα παιδιά, μαλώματα, οικογενειακές υποθέσεις ξετυλίγονταν, το κρασί ζέσταινε τα πνεύματα, αδιέξοδα γκρεμίζονταν, λύσεις δίνονταν και δεν υπήρχε γλυκό στο τέλος, ίσως πού και πού κανένας χαλβάς.

Κάποιο μήλο καθαριζόταν και ή το βούταγαν στη ρετσίνα ή το πασπάλιζαν με λίγη κανέλα. Σαν γλυκό ήταν και αυτό.

Ηταν όμορφο το τραπέζι της Κυριακής και κει πάνω στα τελειώματα το ραδιόφωνο άρχιζε να μεταδίδει ποδόσφαιρο. Με ιερή προσήλωση και απόλυτη προσοχή άκουγαν τις φάσεις του αγώνα και ή βλαστήμαγαν την ήττα ή επευφημούσαν τη νίκη την κατάλληλη στιγμή. Οι γυναίκες είχαν πιει ήδη τον καφέ τους και διάβαζαν το φλιτζάνι στο διπλανό δωμάτιο. Μεγάλες πόρτες διάβαιναν, σκαλιά της εκκλησίας ανέβαιναν, όμορφους άντρες παντρεύονταν, ενώ πέριξ του ραδιοφώνου οι άντρες χαλάρωναν τις γραβάτες, λάσκαραν τη ζώνη κατά μία τρύπα, κάπνιζαν αρειμανίως και ρουφούσαν το καϊμάκι του καφέ. Ομορφες εικόνες, όμορφες γεύσεις, όμορφες σχέσεις.

Εφτιαχνε τις σχέσεις το κυριακάτικο τραπέζι, έδινε λύσεις, είχες κάπου να μοιραστείς τις σκέψεις σου, τη χαρά σου και τη λύπη σου. Εβαζες τα παιδιά σου συμμέτοχους στην εξέλιξη της ζωής. Γι’ αυτό και εγώ θέλω να φτιάξω ένα μεγάλο κυριακάτικο τραπέζι.

Είναι σχεδόν αδύνατον να γίνει στην πραγματικότητα, αλλά ας το κάνουμε στα όνειρά μας. Η διαδικασία είναι απλή.

Θα διαλέξω μια μεγάλη πλατεία στην πιο κακόφημη γειτονιά της Αθήνας. Θα πάρω άδεια από τον Δήμο Αθηναίων να μου παραχωρήσει την πλατεία για το τραπέζι. Θα το ανακοινώσω στο internet. Ελάτε κόσμε να φάμε όλοι μαζί. Φέρτε ό,τι μπορείτε, από ένα τραπεζάκι έως μια καρέκλα, ένα ταψάκι σπανακόπιτα, έως μια μακαρονάδα βουτύρου, κρασάκι χύμα της γιαγιάς σας, μπιρόνια από τον ψιλικατζή. Θα καλούσα μουσικάντηδες λαϊκούς και έντεχνους, και θα πήγαινα πρώτος από τις 8.00 το πρωί. Θα είχα μαζί μου όλη τη συμμορία. Θα έστηνα ένα τραπέζι να γίνει η αρχή, θα έβαζα πάνω τις νταμιτζάνες με το κρασί, θα έβαζα επάνω το γιουβέτσι, που το μαγειρεύω καλά να μελώσει και να γίνει μαστιχωτό, δυο μεγάλα μπολ ρώσικη σαλάτα από το σπίτι και λουκανικόπιτες με λουκάνικο Τρικάλων, που τις κάνω καλά. Κι όταν έσκαγε μύτη ο επόμενος καλεσμένος, θα έβαζα το τραπεζάκι του δίπλα στο δικό μου και πάνω του το σπανακόρυζο που έφερε από το σπίτι και πιο δίπλα τη ρετσίνα του τρίτου. Και σε δυο ώρες μέσα θα είχε γεμίσει η πλατεία τραπέζια. Θα είχα μοιράσει τον κόσμο σε ομάδες, άλλοι σερβιτόροι, άλλοι μπουφετζήδες, άλλοι περιφρούρηση, άλλοι στο κρασί. Κι όταν θα έρχονταν οι μουσικοί θα αρχίζαμε και τα τραγούδια, αυτά τα πολυφωνικά που τραγουδάνε πολλοί μαζί, που κάνουν το άγχος να φεύγει από μέσα σου και τη χαρά να μπαίνει. Και δεν θα ξεχνούσε κανένας αυτό το τραπέζι, μα κανένας. Το απογευματάκι που θα είχαμε φάει καλά και θα είχαμε πιει καλύτερα και οι ψυχές μας θα ήταν γεμάτες με χαρά και αγάπη, θα ξεστρώναμε το τραπέζι, θα πετάγαμε τα σκουπίδια στους κάδους και θα αφήναμε την πλατεία καλύτερα από πριν. Και την επόμενη Κυριακή σε άλλη πλατεία θα πηγαίναμε με τα ίδια φαγητά, αλλά με καινούργιους ανθρώπους.

Ολη η Αθήνα ένα τραπέζι. Κοινοκτημοσύνη, φίλες και φίλοι, και από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη, από τη Θεσσαλονίκη στα Τρίκαλα, από τα Τρίκαλα στο Ηράκλειο, από το Ηράκλειο στην Καλαμάτα και πάει λέγοντας. Και τότε όλη η Ελλάδα θα γινόταν ένα τραπέζι.

Δεν είναι εύκολο να ξανακάνετε το κυριακάτικο τραπέζι σπίτι σας. Θα έχετε και διαρροές και απώλειες και θα στεναχωρηθείτε.

Αν όμως κάποια στιγμή κατορθώσετε να τους μαζέψετε, θα είναι από τις καλύτερες στιγμές του σπιτιού σας.

Καλή όρεξη να έχετε, αλλά και καλή χώνεψη.


Στη σύγχρονη Ελλάδα ο καθένας έχει δικό του πρόγραμμα

Τέτοια τραπέζια δεν γίνονται πια συχνά. Την Κυριακή τα παιδιά ξυπνάνε μετά τις 14.00 εξαιτίας του ξενυχτιού του Σαββάτου, η μαμά χουχουλιάζει στο κρεβάτι εξαντλημένη απ' όλη την εβδομάδα, μια και είναι κι αυτή εργαζόμενη, και ο μπαμπάς με την ολοκαίνουργια αθλητική φόρμα, που δεν την έχει ιδρώσει ποτέ, πάει για καφέ με τους φίλους του. Πού να φάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι μαζί.

Μόνο εάν πάνε όλοι μαζί διακοπές και φάνε όλοι μαζί σε ένα εστιατόριο, που κι αυτό δύσκολο το βλέπω.

πηγή