ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Κατά την Α΄ Βυζαντινή περίοδο η Κρήτη υπαγόταν διοικητικά, πολιτικά και στρατιωτικά στη Ρώμη. Τον 4ο αιώνα το ανατολικό Ιλλυρικό προσαρτήθηκε στην Κωνσταντινούπολη όμως κατά παράδοξο τρόπο οι  Εκκλησίες του Ιλλυρικού παρέμεναν υπό τη δικαιοδοσία του πάπα Ρωμης, ως μία από τις δώδεκα Αρχιεπισκοπές του Ιλλυρικού.  Ο πάπας Ρώμης διόριζε τον παπικό βικάριο που τον υποκαθιστούσε στο Ανατολικό Ιλλυρικό - συνήθως ήταν ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης - στον οποίο δόθηκαν εκτεταμένες εξουσίες.

Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως προσπάθησε επανειλημμένως να μεταβάλλει το καθεστώς αυτό, γεγονός που δείχνει ότι η εξάρτηση από τη Ρώμη είχε εντελώς τυπικό χαρακτήρα, ενώ οι δεσμοί με την Κωνσταντινούπολη είχαν γίνει στενότατοι. Τελικά το 733, επί αυτοκράτορος Λεοντος Γ΄, η  Εκκλησία της Κρήτης μεταφέρθηκε στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος χειροτονεί και εγκαθιστά  Αρχιεπίσκοπο Κρήτης τον Ιεροσολυμίτη ’γιο  Ανδρέα Κρήτης.

Με την κατάλυση της βυζαντινής αρχής από τούς Σαρακηνούς ’ραβες (826-961) ανεστάλη το έργο της  Εκκλησίας στην Κρήτη.  Η πολιτική πρωτεύουσα και η έδρα της  Ιεράς Μητροπόλεως Κρήτης μεταφέρθηκε στη παλαιά πολίχνη  Ηράκλειον, που τειχίσθηκε από τούς κατακτητές και μετονομάστηκε Χάνδακας.  Η Κρήτη παρέμεινε υπό τον Αραβικό ζυγό για 135 χρόνια, με τεράστιες συνέπειες για τη θρησκευτική-πνευματική κατάσταση των κατοίκων της νήσου. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως προσπάθησε για την πνευματική πρόοδο της Κρήτης κάτω από τη δικαιοδοσία του και ειδικά του ποιμνίου, που αναπόφευκτα είχε επηρεαστεί από από τα ήθη των κατακτητών.

 Η τελική επανένταξη της Εκκλησίας Κρήτης και η υπαγωγή της στούς κόλπους της Μητρός  Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας έγινε το 961 μ.Χ. με την απελευθέρωση και ανάκτηση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά.  Ο ίδιος, βαθιά θρησκευόμενος, κάλεσε τον άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, που τον επισκέφτηκε στο βυζαντινό στρατόπεδο και έστειλε μηνύματα σε διάφορα μοναστικά κέντρα προσκαλώντας κληρικούς στην Κρήτη για να διδάξουν την ορθή πίστη. Ο πιο γνωστός που ήρθε και έδρασε στο νησί ήταν ο όσιος Νίκων ο Μετανοείτε, που έμεινε και δίδαξε πέντε ολοκληρα χρόνια, κυρίως στην Αντολική Κρήτη. Μαλιστα αναδείχτηκαν σημαντικές προσωπικότητες του μοναστικού βίου που σημείωσε μεγάλη ανάπτυξη, όπως ήταν ο άγιος  Ιωάννης ο Ξένος, που γεννήθηκε στο χωριό Σίβα Μεσαράς και έδρασε κυρίως στη Δυτική Κρήτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο από το 961-1204 άκμαζαν στην Κρήτη 21 έως και 28 μοναστήρια, πολλά από τα οποία εξελίχτηκαν σε σημαντικά ιδρύματα, όπως ήταν η Μονή των Μυριοκεφάλων Ρεθύμνου, της  Αγίας Αικατερίνης του Σινά στον Χανδακα και το μοναστηρικό συγκρότημα στα Λατζιανά, ενώ μετόχια και περιουσία στην Κρήτη διέθετε η Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της Πατμου.

Με πρωτεύουσα το Χανδακα (σημερινό  Ηράκλειο), αποκαθίσταται η εκκλησιαστική τάξη και λίγο αργότερα κτίζεται νέος μητροπολιτικός ναός που καθιερώνεται και πάλι στον  Απόστολο Τίτο. Σ όλη αυτήν την περίοδο ο ναός διατηρείται ως Μητρόπολη της Κρήτης, όπου συγκεντρώθηκαν τα πιο ιερά κειμήλια του νησιού, μεταξύ των οποίων η διασωθείσα Τίμια Κάρα του  Αποστόλου και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Μεσοπαντήτισσας.

Για την εσωτερική οργάνωση της  Εκκλησίας Κρήτης, δύο μπορούμε να πούμε ότι ήταν τα χαρακτηριστικά της περιόδου που αρχίζει μετά το 961· α) η αλλαγή της έδρας και του ονόματος πολλών επισκοπών, και β) η σταθερή πλέον ύπαρξη δέκα επισκοπών, υπαγομένων στον Μητροπολίτη Κρήτης.