ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ, Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΤΟΣ, ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

 Όπως πληροφορούμαστε από την προς Τίτον Επιστολή, ο  Απόστολος Παύλος λόγω της σύντομης παραμονής του στην Κρήτη ανέθεσε στον μαθητή του Τίτο να συνεχίσει το έργο της οργάνωσης της Τοπικής Εκκλησίας και του ευαγγελισμού των Κρητών περίπου το 65 μ. Χ. Λογω άλλων υποχρεώσεών του ο Απόστολος των Εθνών αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τη μεγαλόνησο, καθορίζοντας το διπλό έργο του πιο στενού συνεργάτη και μαθητού του  Αποστόλου Τίτου· «Τούτου χάριν καπέλιπόν σε εν Κρήτη, ίνα τα λείποντα επιδιορθώσης και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην» (Τιτ. 1,5). Ο  Απόστολος Τίτος, που απεκαλείτο από τον  Απ. Παύλο «γνήσιον τέκνον κατά κοινήν πίστιν» (Τιτ. 1,4), είχε να αντιμετωπίσει και τα προβλήματα που δημιουργούσαν οι διάφοροι ψευδοδιδάσκαλοι και ειδωλολάτρες που δρούσαν ανεξέλεγκτοι στην Κρήτη. Αυτή ήταν και η αιτία που έγραψε ο Παύλος τις επιστολές προς τον Τίτο και τον Τιμόθεο από την Μακεδονία. Σκοπός του ήταν να στηρίξει τούς δύο Ποιμένες στο επίπονο έργο τους με την παροχή οδηγιών, που αφορούσαν στην διαποίμανση των χριστιανικών κοινοτήτων (Κρήτης και  Εφέσου αντίστοιχα) που προΐσταντο, κάνοντας μνεία της «υγιαινούσης διδασκαλίας», ως αντιπαράθεση από τις ετεροδιδασκαλίες.

 Ο άγιος Τίτος, ως πρώτος Επίσκοπος, με επισκοπική έδρα την τότε πρωτεύσουσα Κρήτης Γόρτυνα κήρυξε με ενθουσιασμό το Ευαγγέλιο, οργάνωσε την  Εκκλησία της Κρήτης και οδήγησε τούς ειδωλολάτρες προγόνους μας στη μετάνοια και την επίγνωση της χάρης του Θεού, η οποία «επεφάνη σωτήριος πάσιν ανθρώποις» (Τιτ. 1,22). Τοποθέτησε Πρεσβυτέρους- Επισκόπους στις διάφορες χριστιανικές κοινότητες και ίδρυσε εκκλησίες στις μεγαλύτερες πόλεις. Σύμφωνα μάλιστα με το μεταγενέστερο «Βίο του αγίου αποστόλου Τίτου», χειροτόνησε επισκόπους σε οκτώ πόλεις, έτσι ώστε υπήρχε σύνολο εννέα Επισκοπών στην Κρήτη μαζί με τη Μητρόπολη Γορτύνης, έδρα του πρώτου  Επισκόπου της νήσου.

Το 249 μ.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Δέκιος εξαπέλυσε διωγμό, μαρτύρησαν οι ’γιοι Δέκα Μάρτυρες, επειδή αρνήθηκαν να πάρουν μέρος σε ειδωλολατρικές τελετές. Οι ’γιοι κατάγονταν από πόλεις που είχε εξαπλωθεί περισσότερο ο χριστιανισμός στη Κρήτη στα μέσα του τρίτου αιώνα, δηλαδή, τη Γορτυνα, τη Λεβήνα, το Πάνορμο, την Κυδωνία, την Κνωσσό και το σημερινό  Ηράκλειο.  Επίσης στο διωγμό του Διοκλητιανού μαρτύρησε ο  Επίσκοπος Γορτύνης Κύριλλος κ.α.

 Η παύση των διωγμών και η αναγνώριση του χριστιανισμού ως ελεύθερης θρησκείας επί εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου άνοιξε μια καινούργια εποχή όχι μόνο για το χριστιανισμό αλλά και για ολόκληρο το ρωμαϊκό κράτος και την οικουμένη.  Ομως η ίδια εποχή αποτελεί το ξεκίνημα μιας σειράς αποφασιστικών αγώνων για την αντιμετώπιση των ολοένα και περισσοτέρων αναφυομένων αιρέσεων. Για την αντιμετώπισή τους, η Εκκλησία συγκαλούσε τις Οικουμενικές Συνόδους, μέσα από τις οποίες διαμόρφωσε τελικά το δόγμα της.