Η Μονή της Κυρίας Ακρωτηριανής ή Μονή Τοπλού,

ένα μοναστήρι με μεγάλη θρησκευτική, εθνική και κοινωνική προσφορά

 

Του  Mιχ. Γ. Καβουλάκη, Φιλολόγου-πρ. Λυκειάρχη*

 

Στο ανατολικό άκρο της Κρήτης μέσα σε γυμνό και πετρώδες υψίπεδο, σε απόσταση 91 χιλιομέτρων από τον Άγιο Νικόλαο, είναι κτισμένη η Μονή της Κυρίας Ακρωτηριανής ή Μονή Τοπλού.

 

Είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά και ιστορικά μοναστήρια της Κρήτης, επιβλητικό, με τον τετράγωνο περίπου όγκο του και το υπερύψηλο κωδωνοστάσιό του.

 

Το όνομα Ακρωτηριανή είναι το επίσημο και απαντά σε πατριαρχικά σιγίλια των αρχών του 18ου αι., με τα οποία η Μονή καθίστατο σταυροπηγιακή, εξαρτώμενη απευθείας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

 

Παλαιότερες μαρτυρίες του ονόματος υπάρχουν σε σφραγίδα του 15ου και 16ου αι., που δημοσιεύτηκε το 1884, σε έγγραφο του 1639 και σε άλλες σφραγίδες των ετών 1646 και 1660.

 

Η επωνυμία αυτή προέρχεται από το ακρωτήριο Σαμώνιο, το κοινώς λεγόμενο Κάβο Σίδερο από τον ναΐσκο του Αγίου Ισιδώρου, που βρίσκεται στο ακρότατο σημείο του ακρωτηρίου αυτού.

 

Η Μονή επί Τουρκοκρατίας ονομάστηκε Τοπλού, επειδή διέθετε κανόνι. Η τουρκική λέξη τοπ σημαίνει σφαίρα, βόλι και κατ’ επέκταση κανόνι.

 

Το πιο πιθανό είναι η ίδια η ενετική κυβέρνηση να παραχώρησε στους μοναχούς τηλεβόλο, γιατί θεωρούσε το μοναστήρι ως το ακραίο φυλάκιο της περιοχής κατά των Τούρκων.

 

Η ιστορία της Μονής αυτής χάνεται μέσα στον χρόνο. Δεν είναι γνωστό τι υπήρχε στον χώρο αυτόν, πριν από την άλωση της Κρήτης από τους Ενετούς.

 

Ορισμένοι ιστοριοδίφες, όπως ο Μ. Καταπότης, (Μύσων Δ’ 102 και Ε’ 48) πιστεύουν ότι η Μονή κτίσθηκε στη θέση παλαιότερης Μονής του Αγ. Ισιδώρου, που αναφέρει ο περιηγητής Buodelmonti το 1415 και η οποία καταστράφηκε πιθανόν από Τούρκους πειρατές και ανοικοδομήθηκε έπειτα κατά το φρουριακό σύστημα που επικρατούσε τότε, για να προστατεύεται από τις επιδρομές.

 

Επίσης και το έτος ιδρύσεως της Μονής δεν είναι δυνατόν με ακρίβεια να προσδιοριστεί.

 

Ο Καθηγητής Γεωργ. Σπυριδάκης ανάγει την ίδρυσή της τουλάχιστο τον 14ο αιώνα, δεδομένου ότι η ακμή της άρχισε τον 15ο αι., όπως μαρτυρείται από εικόνες της περιόδου αυτής, όπως είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου με τα βασικά χαρακτηριστικά της Κρητικής Σχολής και του Χριστού Παντοκράτορα.

 

Το 1530 η Μονή λεηλατήθηκε από τους Ιππότες της Μάλτας, αλλά πολύ γρήγορα κατάφερε να επουλώσει τις πληγές της.

 

Με τον καταστρεπτικό σεισμό του 1612 η Μονή κατέρρευσε και χρειάσθηκε μεγάλη προσπάθεια, για να ανοικοδομηθεί και πάλι. Στην εργώδη αυτή προσπάθεια συνέβαλε και το ενετικό κράτος, χορηγώντας 200 δουκάτα.

 

Στην ανοικοδόμηση της Μονής αυτή τη φορά συνετέλεσε τα μέγιστα ο τότε ηγούμενός της Γαβριήλ Παντόγαλος, σπουδαία εκκλησιαστική φυσιογνωμία της εποχής. Ήταν αυτός που επέλεξε το αρχιτεκτονικό σχέδιο και φρόντισε να το υλοποιήσει.

 

Ο Παντόγαλος συνέδεσε το όνομά του με την περίοδο της μεγάλης ακμής του μοναστηριού. Διαχειρίστηκε με σύνεση τα οικονομικά του, ώστε να αποκτήσει τεράστια περιουσία και συνέβαλε αποφασιστικά στην περαιτέρω ανάπτυξή του.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Μονή υπέστη μεγάλες καταστροφές από τους Γενίτσαρους, με αποτέλεσμα να μειωθεί ο αριθμός των μοναχών και να επέλθει προσωρινή ερήμωσή της. Αναφέρεται μάλιστα ότι ο Αγάς Κασάπης ερχόταν συχνά στο μοναστήρι, καταπίεζε τους μοναχούς και άρπαζε ό,τι ήθελε.

 

Μη αντέχοντας οι μοναχοί τη βαναυσότητά του, πλήρωσαν έναν άλλο Τούρκο και τον σκότωσε. Όταν έγινε γνωστό το έγκλημα, οι τούρκοι προέβησαν σε αντίποινα, όπως φαίνεται από χειρόγραφο του 1802.

 

Το 1821 οι κατακτητές σκότωσαν 14 μοναχούς και λαϊκούς που έμεναν στη Μονή και τα μετόχιά της και λεηλάτησαν τις αποθήκες της.

 

Κατά την επανάσταση του 1866 το μοναστήρι δεν ξέφυγε και πάλι την καταστροφή, γιατί ο τότε ηγούμενος Μελέτιος Μιχελιδάκης ήταν μέλος της Επαναστατικής Επιτροπής.

 

Κατά την περίοδο της Ιταλογερμανικής κατοχής στο κτήριο της Μονής λειτούργησε μυστικός ασύρματος των συμμάχων. Οι Γερμανοί προέβησαν και πάλι σε αντίποινα, φυλάκισαν τον ηγούμενο και μοναχούς και τους οδήγησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα.

 

Από τον 18ο αι. η Μονή διαδραμάτισε σημαντικό εθνικό και κοινωνικό ρόλο. Διέθετε σχολείο, το οποίο το 1870 μετατράπηκε σε αλληλοδιδακτικό.

 

Το μοναστήρι εξωτερικά περιβάλλεται από ψηλό τείχος. Η παραδοσιακή μοναστηριακή αρχιτεκτονική που το χαρακτηρίζει παρείχε στους μοναχούς τη δυνατότητα προστασίας και άμυνας.

 

Το επιβλητικό φρούριο που σχηματιζόταν έκλεινε μέσα του τον ναό, τα κελιά, τους κοινόχρηστους χώρους, αλλά και όλες τις δραστηριότητες, που εξασφάλιζαν στους μοναχούς τη δυνατότητα επιβίωσης ακόμη και κάτω από συνθήκες πολιορκίας. Για την οικονομία του χώρου, τα κελιά ήταν ενσωματωμένα στο φρούριο.

 

Υπάρχουν δύο επάλληλες είσοδοι. Η πρώτη εξωτερική πύλη οδηγεί στην εξωτερική αυλή, ενώ η δεύτερη επάλληλη πόρτα βρίσκεται στο κυρίως κτήριο και ονομαζόταν «πόρτα του τροχού», επειδή κυλιόταν πάνω σε τροχό, που διευκόλυνε τον μοναχό, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με το άνοιγμα ή το κλείσιμό της. Πάνω ακριβώς από την πύλη υπάρχει άνοιγμα που το έλεγαν «τρύπα του φονιά», γιατί από εκεί έριχναν καυτό λάδι ή μολύβι εναντίον εκείνων, οι οποίοι προσπαθούσαν να εισέλθουν βίαια στο μοναστήρι.

 

Στο κέντρο του εσωτερικού περιβόλου βρίσκεται ο ναός, μικρός και κατανυκτικός, με δύο κλίτη. Το ένα, το αρχαιότερο, είναι αφιερωμένο στη Θεοτόκο (8 Σεπτεμβρίου) και το άλλο στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο (26 Σεπτεμβρίου).

 

Στο αριστερό κλίτος διατηρούνται τοιχογραφίες, ενώ στο τέμπλο υπάρχουν μερικές αξιόλογες εικόνες του 18ου αιώνα. Μικρή πόρτα οδηγεί από τον ναό στο μουσείο εικόνων και έργων εκκλησιαστικής τέχνης. Μεταξύ των σημαντικών εικόνων που φυλάσσονται εδώ είναι η μικρή εικόνα της Αγίας Αναστασίας, του ένθρονου Χριστού, του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και η πολυπρόσωπη εκείνη με τον τίτλο «Μέγας ει Κύριε» του Ιωάννη Κορνάρου, η οποία φιλοτεχνήθηκε το 1770.

 

Σε ένα άλλο μουσείο στο ισόγειο της ανατολικής πτέρυγας φυλάσσονται εκκλησιαστικά σκεύη και κειμήλια από την ιστορία της Μονής.

 

Χαρακτηριστικό είναι και το κωδωνοστάσιο, το οποίο έχει ύψος 33 μ. και κατασκευάστηκε αρχικά από τον ηγούμενο Παντόγαλο και μετά την κατάρρευσή του από τον Κύριλλο Σμιρίλιο. Βρίσκεται χωριστά από τον ναό, μπροστά από το βορινό κλίτος.

 

Τα τελευταία χρόνια έγινε προσπάθεια για την αποκατάσταση του κτιριακού συγκροτήματος στην αρχική του μορφή.

 

Η ιστορική Μονή Τοπλού αποτελεί ένα από τα πιο σπουδαία θρησκευτικά κέντρα της Κρήτης, με μεγάλη εθνική και κοινωνική προσφορά.

 

Ενδεικτική βιβιογραφία

 

Νικ. Ι. Παπαδάκη: Η εκκλησία της Κρήτης. Επισκοπαί – Μοναί. Χανιά 1936

 

Γ. Κ. Σπυριδάκη: Ενθυμήσεις εκ της Μονής Κυρίας Ακρωτηριανής. Ελληνικά, τομ. Ε’ (1932)

 

Εμμ. Σ. Αγγελάκη: Σητειακά. Αθήναι 1935

 

Νίκου Ψυλλάκη: Βυζαντινές εκκλησίες και μοναστήρια, εκδόσεις Καρμάνωρ

 

Μ. Καταπότη: Περιοδικό Μύσων, τομ. Α’ (1932) σελ. 4 – 15, 17 – 20 και 37 - 39

 

* Ο Μιχ. Γ. Καβουλάκης, είναι φιλόλογος, πρ. Λυκειάρχης