ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΤΣΑΚΩΝΑ,
ΠΡ. ΝΟΜΑΡΧΗ ΛΑΣΙΘΙΟΥ


ΕΠΑΝΗΛΘΕ, πρόσφατα, η περιοδική δημοσιότητα την απολαμβάνει η γνωστή ιστορία της μεγάλης επένδυσης που επιχειρείται να υλοποιηθεί στην ανατολική πλευρά της Κρήτης και συγκεκριμένα στα 26.000 στρέμματα του Ιδρύματος Παναγία Ακρωτηριανή.
Μόνο που αυτή τη φορά είναι περισσότερο επίμονη, με κραυγαλέα μονομέρεια, με έντονα φαντασιακό παρασκήνιο και πολλή δαιμονολογία. Γίνεται αναφορά, μάλιστα, και σε μια πράξη που εξέδωσα, ως νομάρχης, τότε, το έτος 1998, η οποία, περιγράφεται, σχεδόν, σαν έγκλημα καθοσιώσεως, από κάποιους, με αγαθή, ελπίζω, πρόθεση αλλά άσχημα πληροφορημένους. Το ενδεχόμενο μικροκομματικής σκοπιμότητας και φθηνής εκμετάλλευσης, θέλω να το αποκλείσω. Ας πω, λοιπόν, λίγα λόγια, για την απόφαση αυτή για να ελέγξουμε και τις προθέσεις.
Η συγκεκριμένη πράξη αφορούσε την άρση απαγορεύσεως για μεταβιβάσεις ακινήτων πάνω από 250 στρέμματα, για τις οποίες έπρεπε να εκδοθεί σχετική πράξη του Νομάρχη.
Ο νόμος που προβλέπει αυτή την διαδικασία είναι ο Ν. 2148/1952, ο οποίος τροποποίησε αντίστοιχο νόμο του 1929. Ο νόμος αυτός ψηφίστηκε σε εκτέλεση του άρθρου 104 του Συντάγματος 1952, και αφορούσε την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, με διενέργεια αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Το ίδιο το Σύνταγμα 1952, είχε οριοθετήσει την ισχύ του νόμου αυτού, χρονικά, αφού, ρητά, είχε τάξει τριετή προθεσμία, για τον σκοπό αυτό, έληγε, δηλαδή, η ισχύς του νόμου αυτού, το 1955.
Σήμερα ο Νόμος αυτός, αποτελεί, σε ότι αφορά την χρησιμότητά του, ένα απολίθωμα χωρίς πρακτικό ενδιαφέρον, χωρίς να προστατεύει κάποιο έννομο αγαθό. Υπήρχε η χρησιμότητα του Νόμου για τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, κατά τις οποίες οι συνθήκες της εποχής επέβαλλαν την ανάγκη εποικιστικής πολιτικής, από την πολιτεία. Το Σύνταγμα του 1952, μέσα στην προθεσμία των τριών ετών από της ισχύος του, με το Νόμο αυτό θέλησε να καλύψει όποιες εκκρεμότητες δεν είχαν διευθετηθεί, χωρίς διάθεση του συντακτικού νομοθέτη να διαιωνίσει το καθεστώς του Νόμου 2148/52, για την αποκατάσταση ακτημόνων, κατά κύριο λόγο προσφύγων.
Τις διαπιστώσεις αυτές κάνει και το ΣτΕ σε πολλές αποφάσεις του, με την προσθήκη ότι μετά την ισχύ του Αγροτικού Κώδικα, μάλιστα, δεν έχει λόγο ύπαρξης ο Νόμος αυτός. Απλά ξέμεινε, όπως και πολλοί άλλοι Νόμοι από το 1830 και μετά χωρίς να καταργηθεί, για να επιτείνει την σύγχυση και την γραφειοκρατία.
Αυτό που εξετάζεται από τις διατάξεις του Νόμου αυτού και ορίζεται στην προβλεπόμενη απόφαση του Νομάρχη, δεν είναι δικαιώματα τρίτων ούτε περιορισμοί και εγκρίσεις κάποιων υπηρεσιών (δασικών, αρχαιολογίας, κλπ.), που εκδίδονται από τις υπηρεσίες αυτές αλλά, μόνο, αν, η προς μεταβίβαση, κάθε φορά, έκταση είναι κατάλληλη, ως καλλιεργήσιμη γη, για να μεταβιβαστεί σε, τυχόν, ακτήμονες καλλιεργητές, δηλαδή πρόσφυγες κλπ. Γι’ αυτό προβλεπόταν η ζήτηση της γνώμης του Συμβουλίου Εποικισμού.
Η διαδικασία όμως αυτή, λόγω όσων προανέφερα που, επαναλαμβάνω, αποτελούν και διαπιστώσεις του ΣτΕ, έχει εκφυλιστεί και έχει μεταπέσει σε μια τυπική διατύπωση, μόνο για να τηρηθεί η νομική πρόβλεψη και τίποτα περισσότερο.
Να σημειωθεί, εδώ, ότι, ήδη, το Κράτος με την πιο επίσημη έκφρασή του το 1991 υπέγραψε την έγκριση μεταβίβασης της έκτασης αυτής των 26.000 στρεμμάτων στο Ίδρυμα Παναγία Ακρωτηριανή, με την υπογραφή του ιδρυτικού Διατάγματος από τους Υπουργούς Γεωργίας, Πολιτισμού, Παιδείας και Οικονομικών, της τότε Κυβέρνησης. Το ίδιο το Κράτος, δηλαδή, με την πιο επίσημη έκφρασή του, από το 1991, έκρινε το, ούτως ή άλλως, αυτονόητο, ότι στην περίπτωση της εκτάσεως αυτής, δεν συνέτρεχε λόγος αναγκαστικής απαλλοτριώσεως για εποικιστική αποκατάσταση και έδωσε την έγκριση για την μεταβίβαση.
Με αυτά τα δεδομένα και το γεγονός ότι η πράξη που εξέδωσα σε καμία περίπτωση δεν επηρέαζε το καθεστώς ιδιοκτησίας της εκτάσεως, προχώρησα στην έκδοσή της, με την πεποίθηση ότι αποτελούσε μια απλή τυπική συμπλήρωση του φακέλου για την  ορθή επανάληψη του δωρητηρίου συμβολαίου προς το ίδρυμα.
Ως προς την επένδυση:
Να σημειωθεί, ότι σύμφωνα με τον σκοπό του Ιδρύματος, τα έσοδα από την αξιοποίηση της έκτασης θα διατίθενται εξ ολοκλήρου υπέρ της τοπικής κοινωνίας, για κοινωνικούς και κοινωφελείς σκοπούς, με την συμμετοχή και τον έλεγχο τοπικών Αρχών και πολιτών, αφού προβλέπεται η συμμετοχή τους στο Δ.Σ. του Ιδρύματος.
Αυτή καθ’ εαυτή, δε, η επένδυση, έχω την πεποίθηση ότι θα ενισχύσει την τοπική ανάπτυξη της περιοχής, η οποία αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα εγκατάλειψης. Αυτό το διαπιστώνει κανείς από τους εγκαταλελειμμένους οικισμούς στην ευρύτερη περιοχή, την καταστροφή του περιβάλλοντος από παράνομες βοσκές, τις κλιματικές αλλαγές και την αρχόμενη ερημοποίηση.
Η τοπική κοινωνία πιστεύει, ότι, ανεξαρτήτως των καλών προθέσεων, όσων ανησυχούν, οι οποίοι προσέφυγαν κατά της επένδυσης, που είναι σεβαστές οι απόψεις τους και, εν πάση περιπτώσει, το ΣτΕ θα κρίνει αν υπάρχουν και σε ποιο βαθμό επιπτώσεις στο περιβάλλον, οικονομικά συμφέροντα, ανταγωνιστικά προς την επένδυση, τα τελευταία χρόνια έχουν αποδυθεί σε ένα αγώνα με αναφορές, καταγγελίες, προσφυγές να παρεμποδίσουν την υλοποίηση της επένδυσης.
Σε κάθε περίπτωση, η ενημέρωση που έχω, είναι ότι τα πολιτικά, ποινικά και διοικητικά δικαστήρια, που έχουν επιληφθεί της υποθέσεως, έχουν εγκρίνει το σύνολο των ενεργειών του ΔΣ του Ιδρύματος και σε μια περίπτωση, ήδη,  κάποιοι έχουν καταδικαστεί για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του.
Δεν κάνω τον αυτόκλητο υπερασπιστή του Ιδρύματος και των διαδικασιών που ακολουθεί,  για τις οποίες, εξ άλλου,  δεν έχω άμεση γνώση, αλλά καλό είναι να εξετάζεται και η άλλη πλευρά.
Κατά τα λοιπά, το μεγάλο σκάνδαλο είναι ότι το Κράτος, μέχρι σήμερα, εξακολουθεί να βασανίζεται και να βασανίζει τους πολίτες, με την πολυνομία, η οποία δημιουργεί και εμπλοκές και σύγχυση και σε κάθε περίπτωση δρα αντιαναπτυξιακά.
Εάν κάποιος θέλει να μελετήσει και να ασχοληθεί, ως νομικός, με το ιδιοκτησιακό καθεστώς στην χώρα μας, πρέπει να είναι γνώστης της τουρκικής γλώσσας.
Να θυμίσω ότι και σήμερα είναι σε ισχύ η συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως του 1833 και το Β.Δ. 17-11-1836 Περί δημοσίων και ιδιωτικών κτημάτων, με την οποία το Ελληνικό Κράτος αναγνώρισε το ιδιαίτερο καθεστώς της ιδιοκτησίας και των προνομίων που υπήρχαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ενσωμάτωσε την σχετική νομοθεσία στο δικό του δίκαιο. Εξακολουθεί και σήμερα, δηλαδή, να ισχύει ο Νόμος Περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν του 1274 (έτος Εγείρας) και οι Οδηγίες της 23ης Μουχαρέμ 1293, η εφαρμογή του άρθρου 78 του Οθωμανικού Νόμου για τις καλλιεργήσιμες γαίες, Νόμος περί Ταπίων της 26ης Σεφφέρ 1278, κλπ.
Έννοιες όπως Mulk, Temlik, Tessarouf, Vakoufia, Μpaltalik, Tanzimat Spahii, Χοτζέτια, Ταπία, Τζεφλίκια και άλλες αναφέρονται, και σήμερα, στις αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, μαζί με τους παραπάνω οθωμανικούς νόμους.
Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το Δημόσιο να μην γνωρίζει την ιδιοκτησία του, να υπάρχουν χιλιάδες στρεμματικών εκτάσεων που είναι διακατεχόμενες, να μη μπορεί να συνταχθεί δασολόγιο, να είναι αδύνατη η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου, να υπάρχουν νόμοι με αντιφατικές διατάξεις, να αντιδικεί το Δημόσιο με τους ιδιώτες σε όλη την Ελλάδα, να διατηρούν τα μοναστήρια τεράστιο μέρος της ακίνητης περιουσίας, απολύτως, νόμιμα, αφού η νομοθεσία που θεσπίστηκε αιώνες πριν ισχύει και σήμερα.
Αυτή η σύγχυση βολεύει και το Κράτος, γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις αντιδικίας του με ιδιώτες, το ίδιο δίκαιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επικαλείται, όπως και οι Μονές.
ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ, λοιπόν, είναι ότι δεν υπάρχει βούληση των οργάνων της Πολιτείας φοβούμαι ούτε γνώση από πολλούς  να κωδικοποιηθεί η νομοθεσία και να εκσυγχρονιστεί ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στην σημερινή πραγματικότητα.
Εν πάση περιπτώσει, καλό θα ήταν οι επώνυμοι επισκέπτες του Νομού μας να ενδιαφερθούν, κάποτε, εκτός από το κυνήγι αληθινών ή ψεύτικων σκανδάλων και με κάποια από τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τόπος. Θα εκτιμηθεί περισσότερο.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΑΝΑΤΟΛΗ την Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008