ΤΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΚΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΠΛΟΥ


Του Θεοδώρου Χ. Κοντογιαννόπουλου
Νομικού Συμβούλου της Μονής Τοπλού

Επειδή εις την χώρα μας επερίσσευσαν η αθλιότης, η επιπολαιότης και η «ελαφρά τη καρδία» καθύβριση και κατακοφάντηση προσώπων και θεσμών, είναι –νομίζω- σκόπιμο οι υβριζόμενοι και συκοφαντούμενοι  να δίνουν τις δέουσες απαντήσεις, όχι στους υβριστές (γι’αυτούς άλλωστε ισχύει το «οὐ μέ πείσεις κἄν μέ πείσης») αλλά για να ενημερώσουν τους καλοπίστους πολίτες οι οποίοι, μη έχοντες πληροφόρηση, παρασύρονται από τους «κεκράκτες» στη συναγωγή εσφαλμένων συμπερασμάτων.  Τις τελευταίες μέρες, τα περισσότερα ΜΜΕ (τόσο εφημερίδες όσο και ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί) ανεφέρθησαν σε δήθεν «σκάνδαλο Κρητικού Βατοπεδίου» επειδή, τάχα, το Δημόσιο παραιτήθηκε από την βάσιμη, υποτίθεται, διεκδίκηση από μέρους του (του Δημοσίου) μεγάλου τμήματος της ιδιοκτησίας της Μονής Τοπλού.  Τα δημοσιεύματα αυτά προεκλήθησαν από συνέντευξη του κ. Αλαβάνου. Ειδικώτερα :

Σε συνέντευξη τύπου που παρεχώρησε στις 24 Σεπτεμβρίου ο αξιότιμος Πρόεδρος της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλ. Αλαβάνος με θέμα «Το σκάνδαλο της Μονής Τοπλού στην Κρήτη» ανεφέρθησαν ως θέσφατα πλείστες όσες ανακρίβειες. Μεταξύ άλλων ετονίσθη ότι το ήμισυ της εκτάσεως των 26.000 στρεμμάτων που η Ιερά Μονή Τοπλού εδώρησε στο Ιδρυμα Παναγία Ακρωτηριανή ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Την άποψή του αυτή ο κ. Αλαβάνος στηρίζει σε δύο αποφάσεις του Εφετείου Κρήτης οι οποίες (όπως και ίδιος συνομολογεί) αναιρέθηκαν από τον Αρειο Πάγο που τις παρέπεμψε ξανά στο Εφετείο Κρήτης. Μετά την παραπομπή, το Εφετείο Κρήτης εδικαίωσε τη Μονή. Το Δημόσιο άσκησε αναίρεση αλλά το 3ο Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους έκρινε ότι η αναίρεση δεν είχε ελπίδες να ευδοκιμήσει και για το λόγο αυτό η αναίρεση ανεκλήθη, με αποτέλεσμα η ιδιοκτησία της Μονής να καταστεί αμετακλήτως απρόσβλητη. Κατά τον κ. Αλαβάνο, η εξέλιξη αυτή συνιστά σκάνδαλο αφού «το Δημόσιο παραιτείται από τη διεκδίκηση της κυριότητας αυτής της έκτασης». Είναι προφανές ότι ο κ. Αλαβάνος,  ο οποίος ούτε νομικός είναι ούτε το χρόνο που απαιτείται για τη μελέτη του νομικού θέματος διαθέτει, είπε αυτά που είπε βασισθείς στα όσα του μετέφεραν οι σύμβουλοί του. Εχουμε να κάνουμε, δηλαδή, με «παραπλάνηση» πολιτικού ήγέτη.  
Εν πάση περιπτώσει, για τον καλόπιστο πολίτη το βασικό και ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν η Μονή Τοπλού απέκτησε την περιουσία της χάρη στην παράνομη, ή έστω εσφαλμένη συμπεριφορά πολιτικών ή υπηρεσιακών παραγόντων οι οποίοι δεν προστάτευσαν (όπως είχαν καθήκον) τη δημόσια περιουσία.  Η απάντηση σ’αυτό το ερώτημα είναι κατηγορηματικώς και ανεπιφυλάκτως  αρνητική.
Η ιδιοκτησία της Μονής Τοπλού  δεν εδράζεται ούτε σε χρυσόβουλλα ούτε σε φιρμάνια ούτε σε ταπία (χωρίς να περιφρονώ την νομική αξία αυτού του είδους των τίτλων) αλλά εδράζεται σε τίτλους του Ελληνικού Κράτους μεταγεγραμμένους στο Υποθηκοφυλακείο Σητείας τα έτη 1927 και 1928.  Πώς έγινε τούτο; Ως εξής:
Με το νόμο 3345/1925 «Περί Ταμείων Εφέδρων Πολεμιστών Κρήτης» (ΕτΚ Α 158) που ψήφισε η Δ’ Συντακτική Συνέλευση, ιδρύθηκαν τέσσαρα Ταμεία Εφέδρων, ένα σε κάθε νομό της Κρήτης, με σκοπό την παραχώρηση γης σε συνεταιρισμούς ή ομάδες εφέδρων ή και σε εφέδρους πολεμιστές ατομικώς με σκοπό τη βελτίωση της οικονομικής καταστάσεως των εφέδρων πολεμιστών. Η παραχωρηθησόμενη γη θα προείρχετο από την απαλλοτρίωση «αγροτικών μοναστηριακών κτημάτων». Είναι αυτονόητο ότι το Δημόσιο απαλλοτριώνει αλλότριες περιουσίες και όχι ... τη δική του περιουσία. Μάλιστα, στην Εισηγητική Εκθεση αναφέρεται ότι ο νόμος αυτός εισάγεται προς ψήφιση επειδή «δεν υφίστανται δημόσιαι γαίαι» στην Κρήτη.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου τούτου δημιουργείται αναγκαστική συγκυριότητα επί των αγροτικών μοναστηριακών κτημάτων (3/5 εξ αδιαιρέτου το Δημόσιο και 2/5 η Μονή). 
Στη συνέχεια, με βάση τις διατάξεις του ν.δ. της 31ης Ιουλίου 1926 «Περί εκτελέσεως του ν. 3345/1925 «Περί Ταμείων Εφέδρων Πολεμιστών Κρήτης» και μάλιστα του άρθρου 2 αυτού, καθορίστηκε η σύνθεση και συγκρότηση της επιτροπής κατά Ειρηνοδικειακή περιφέρεια για την εξώδικη διανομή και προσκύρωση των κτημάτων στα οποία είχε πια δημιουργηθεί συγκυριότητα εκ του νόμου.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του ιδίου διατάγματος, κάθε απόφαση της εν λόγω επιτροπής μεταγράφεται με επιμέλεια είτε του Ταμείου είτε της Μονής στα οικεία βιβλία μεταγραφών και από τη μεταγραφή της αποτελεί «κτητικόν της κυριότητος τίτλον».
Οι σχετικές με τη Μονή Τοπλού επί μέρους πράξεις μετεγράφησαν όλες στο Υποθηκοφυλακείο Σητείας το 1927.  Τελευταία μετεγράφη το 1928 η απόφαση με αριθμό 67 η οποία αίρει αμφισβητήσεις και καθορίζει τα όρια μεταξύ Ταμείου Εφέδρων και Μονής Τοπλού. Η τελευταία πράξη ρητώς αναφέρει ότι προς Βορρά, Ανατολή και Νότο όριο της ιδιοκτησίας της Μονής αποτελεί η θάλασσα. Χερσαία όρια υπάρχουν μόνο στη Δυτική πλευρά, τα οποία και περιγράφονται λεπτομερώς με όση επιστημοσύνη διέθεταν τα μέλη της αρμόδιας επιτροπής.

Πώς όμως προέκυψε η μεταξύ Δημοσίου και Μονής αντιδικία στην οποία ανεφέρθη ο κ. Αλαβάνος; Το ερώτημα είναι εύλογο.  Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, να εκθέσω  (όσο συνοπτικώτερα γίνεται) το ζήτημα της δικαστικής διαμάχης μεταξύ του Δημοσίου και της Μονής αναφορικώς προς την κυριότητα της συγκεκριμένης εκτάσεως.
1ο. Με κοινή Υπουργική απόφαση των Υπουργών Εθνικής Αμύνης και Οικονομικών  τμήμα της ιδιοκτησίας της Μονής απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς.
2ο. Ακολουθώντας τη συνηθισμένη διαδικασία, η Μονή αναγνωρίσθηκε  δικαιούχος της αποζημιώσεως (128.000.000 δρχ), την οποία και εισέπραξε.
3ο. Στις 24.09.1984 το Δημόσιο κατέθεσε στο Πολ. Πρωτ. Λασιθίου αγωγή κατά της Μονής ζητώντας να επιστρέψει η Μονή την ως άνω αποζημίωση ως αχρεωστήτως καταβληθείσα. Το αίτημά του αυτό το Δημόσιο το στήριζε στον ισχυρισμό ότι, δήθεν, η απαλλοτριωθείσα έκταση ανήκε τάχα στην κατηγορία «των χορτολιβαδικών εδαφών και δασικών βοσκοτόπων», ανήκε επί Τουρκοκρατίας στο Οθωμανικό Κράτος και είχε περιέλθει στο Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου με βάση τα οριζόμενα στο νόμο ΔΣΙΓ/1913.
4ο. Παραλλήλως, η Μονή με αναγνωριστική αγωγή (12.02.85) ζήτησε από το Πολ. Πρωτ. Λασιθίου να αναγνωρισθή ως κυρία της εναπομεινάσης (μετά την απαλλοτρίωση) ιδιοκτησίας της. Για λόγους που μου είναι άγνωστοι και ακατανόητοι, η Μονή στήριξε το αίτημά της στην έκτακτη χρησικτησία, μολονότι διέθετε τίτλους κυριότητος μεταγεγραμμένος στο Υποθηκοφυάκείο Σητείας από πεντηκονταετίας και πλέον !...
5ο. Με τις υπ’αρ. 252/1988 και 253/1988 οριστικές αποφάσεις του Πολ. Πρωτ. Κρήτης η Μονή δικαιώθηκε πλήρως. Ειδικώτερα, με την απόφαση 252/1988 απερρίφθη η αγωγή του Δημοσίου ενώ με την απόφαση 253/1988 αναγνωρίσθηκε η κυριότης της Μονής.
6ο. Το Δημόσιο εφεσίβαλε τις προαναφερθείσες οριστικές αποφάσεις. Το Εφετείο Κρήτης εξέδοσε δύο προδικαστικές αποφάσεις με τις οποίες διέταξε τη διεξαγωγή δύο πραγματογνωμοσυνών. Αμφότερες οι πραγματογνωμοσύνες υπήρξαν ευνοϊκές για τη Μονή.
7ο. Παρά ταύτα, με τις πανομοιότυπες οριστικές αποφάσεις του 22 και 23/1997, το Εφετείο εξαφάνισε τις πρωτόδικες αποφάσεις, ανεκάλεσε τις προδικαστικές του, δεν έλαβε υπ’όψιν του τις πραγματογνωμοσύνες και αφ’ενός μεν εδέχθη την αγωγή του Δημοσίου διατάσσοντας την επιστροφή της εισπραχθείσης από τη Μονή αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση και αφ’ετέρου εδέχθη εν μέρει την αναγνωριστική αγωγή της Μονής αποφανθέν ότι η τελευταία δεν ήταν κυρία ολοκλήρου της επιδίκου εκτάσεως αλλά τμήματος αυτής (περίπου του 65-70%).
8ο. Η Μονή άσκησε αναίρεση κατά των δύο ως άνω αποφάσεων του Εφετείου Κρήτης ο δε Αρειος Πάγος, με τις υπ’αρ. 1550 και 1551/1998 αποφάσεις του, τις ανήρεσε (λόγω αντιφατικών αιτιολογιών) και τις παρέπεμψε για νέα εκδίκαση στο Εφετείο Κρήτης.
9ο.  Το Εφετείο Κρήτης με τις υπ’αρ. 331 και 330/1999 αποφάσεις του αφ’ενός μεν απέρριψε την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγή του Δημοσίου κατά της Μονής και αφ’ετέρου εδέχθη την κυριότητα της Μονής επί της επιδίκου εκτάσεως (πλην 250 στρεμμάτων στο Βάι).
10ο. Το Δημόσιο ήσκησε αναίρεση μόνο κατά της αποφάσεως του Εφετείου (330/1999) που εδέχθη την αναγνωριστική αγωγή της Μονής. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του νόμου 2298/1995, το ΝΣΚ, που ώφειλε να γνωματεύσει επί της βασιμότητος της ασκηθείσης αναιρέσεως, απεφάνθη (αρ. Γνμδ. 898/1999) ότι η ως άνω αναίρεση «παραδεκτώς ασκήθηκε, πλην όμως είναι αβάσιμοι οι δι’ αυτής προβληθέντες λόγοι αναιρέσεως».

Ερωτάται λοιπόν: η γνωμοδότηση 898/99 συνιστά σκάνδαλο; Το εκ δέκα σελίδων σκεπτικό της δεν ευσταθεί; Η αναίρεση του Δημοσίου είχε ελπίδες ευδοκιμήσεως; Η νομική βάση στην οποία το Δημόσιο στήριζε τις διεκδικήσεις του ήταν ορθή ή, έστω, συζητήσιμη; Προφανώς, ο κ. Αλαβάνος σε όλες τις ερωτήσεις αυτές απαντά καταφατικώς. Ας μου επιτραπεί να διαφωνήσω για τους εξής λόγους :

                 α. Θεμελιώδης ισχυρισμός του Δημοσίου για τη διεκδίκηση της κυριότητος είναι ότι η έκταση ως, δήθεν, δασική αποτελούσε κατά την Τουρκοκρατία ιδιοκτησία του Οθωμανικού Δημοσίου και ως τοιαύτη περιήλθε στο διάδοχον αυτού  Ελληνικό Δημόσιο μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Ερωτώ λοιπόν: όταν συνετελέσθη η ένωση της Κρήτης υφίστατο στη Μεγαλόνησο Οθωμανικό Δημόσιο; Και τα βρέφη στην Κρήτη θα απαντήσουν αρνητικώς διότι γνωρίζουν ότι μεταξύ Οθωμανικού και Ελληνικού Δημοσίου παρενεβλήθη το Δημόσιο της Κρητικής Πολιτείας. Εκείνοι μάλιστα που έχουν στοιχειωδώς μελετήσει το θέμα γνωρίζουν ότι υπάρχει και νόμος Ελληνικός (ο ν. 109/30.12.1913) επιγραφόμενος «περί συγχωνεύσεως του Δημοσίου Ταμείου και του προϋπολογισμού της Κρήτης εις το Δημόσιον Ταμείον και τον Γενικόν του Κράτους Προϋπολογισμόν».  Εφ’ όσον, λοιπόν, όπως ο ίδιος ο Ελλην Νομοθέτης αναγνωρίζει, η Κρητική Πολιτεία είχε δικό της προϋπολογισμό και δικό της Δημόσιο Ταμείο, αναγκαστικώς παρέπεται ότι είχε και δικό της Κρητικό Δημόσιο, διαφορετικό και τελείως άσχετο προς το Οθωμανικό Δημόσιο.
β. Επειδή η χρησικτησία της Μονής μπορούσε ευχερέστατα να αποδειχθεί, το Δημόσιο προέβαλε τον ισχυρισμό (τον οποίο δέχθηκαν και οι αναιρεθείσες αποφάσεις) ότι, με βάση το Οθωμανικό Δίκαιο, η χρησικτησία δεν αποτελούσε τρόπο κτήσεως κυριότητος (άρα ο επί Τουρκοκρατίας χρόνος δεν είναι δυνατόν να προσμετρηθεί) ενώ «από την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικος (23-7-1904) έως τις 11-9-1915 δεν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία ...».  Και ο ισχυρισμός αυτός είναι τελείως αβάσιμος, δοθέντος ότι υπάρχει ρητή διάταξη του Κρητικού Αστικού Κώδικα, εκείνη του άρθρου 1356, η οποία αναφέρει κατά λέξη τα εξής: «Ο προς απόκτησιν κυριότητος δια χρησικτησίας κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου οριζόμενος χρόνος άρχεται αφ’ ης υπήρξαν πάντα τα προς χρησικτησίαν απαιτούμενα υπ’αυτού προσόντα. Εάν όμως κατά την έναρξιν ισχύος αυτού [δηλ. του Κρητικού Αστικού Κώδικα] είναι συμπεπληρωμένος ο προς χρησικτησίαν χρόνος ή υπολείπεται προς συμπλήρωσιν αυτού χρονικόν διάστημα έλασσον της πενταετίας, η κυριότης δεν αποκτάται πριν παρέλθωσιν πέντε έτη από της ισχύος του νόμου» Η δε διάταξη του επομένου άρθρου (1357) θεσπίζει: «Η κατά το άρθρον 295 εικοσαετής συνεχής νομή προς απόκτησιν κυριότητος λογίζεται αφ’ης ημέρας ήρξατο. εάν εξακολουθή κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νόμου» . O Κρητικός Αστικός Κώδιξ ετέθη σε ισχύ την 23η Ιουλίου 1904. Συνεπώς, η δια χρησικτησίας κτήση της κυριότητος από μέρους της Μονής είχε συντελεσθεί στις 22 Ιουλίου 1909.

Ετσι έχουν λοιπόν τα πράγματα αναφορικώς με την κυριότητα της Μονής Τοπλού.  Η κυριότης της Μονής, η οποία εδράζεται σε νόμους του Ελληνικού Κράτους και της Κρητικής Πολιτείας, αμφισβητείται μόνον από τους κακόπιστους και εκείνους που προσπαθούν να αναγαγάγουν τις ιδεοληψίες τους σε πραγματικότητα.
Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε σε συνεχειες στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ (φυλ. 38212, 38213 και 38214).