ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΝΑΡΞΕΙ

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,

ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΑΡ’ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

«Δεύτε λαοί, σήμερον υποδεξώμεθα

των νηστειών το χάρισμα

ως θεοδώρητον καιρόν της μετανοίας. . .»

            (Δευτέρα Α  Εβδομάδος Νηστειών).

Αδελφοί και τέκνα αγαπητά εν Κυρίω,

Η νηστεία, την οποίαν μας προτείνει η Αγία μας Εκκλησία, δεν είναι στέρησις, αλλά χάρισμα. Και η μετάνοια, εις την οποίαν μας καλεί, δεν είναι τιμωρία, αλλά θείον δώρημα.

Και όταν η Εκκλησία δια της ευαγγελικής περικοπής, την οποίαν μόλις ηκούσαμεν, μας προτρέπη να μη θησαυρίζωμεν θησαυρούς επί της γης, «όπου σης και βρώσις αφανίζει», αλλά να θησαυρίζωμεν θησαυρούς εν ουρανώ, όπου καμμία απειλή φθοράς δεν υπάρχει, μας λέγει την αλήθειαν.

Διότι η Εκκλησία δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, αλλά ζη εις τον κόσμον τούτον και τον γνωρίζει.

Γνωρίζει τον άνθρωπον· τας πραγματικάς του ανάγκας και ταλαιπωρίας.

Γνωρίζει καλώς την εποχήν μας. Την εποχήν των μεγάλων εξελίξεων και ταχυτήτων. Του καταιγισμού των πληροφοριών και των συγχύσεων. Των πολλών φόβων, απειλών και καταρρεύσεων...

Δι’ αυτό, ήρεμα και σταθερά καλεί τους πάντας εις μετάνοιαν. Δι’ αυτό, αποτρέπει τα τέκνα της να πάρουν εσφαλμένον δρόμον με το να θησαυρίζουν τον κόπον τους και να στηρίζουν την ελπίδα τους επί βάσεων σαθρών. Αλλά τα προτρέπει να θησαυρίζουν εν ουρανώ. Διότι όπου είναι ο θησαυρός ημών, εκεί ευρίσκεται και η καρδία ημών.

Ο θησαυρός που δεν φθείρεται και η ελπίς που δεν καταισχύνει, είναι η θεία Αγάπη· η συνεκτική των πάντων Δύναμις. Είναι ο σαρκωθείς Θεός Λόγος, που μένει μεθ’ ημών εις τον αιώνα.

Αυτός είναι ο αγιασμός των ψυχών και των σωμάτων ημών. Και δεν ήλθε να κρίνη αλλά να σώση τον κόσμον. Δεν ήλθε να επιπλήξη αλλά να θεραπεύση. «Πλήττει συμπαθώς και σπλαγχνίζει θερμώς».

Κατήργησε τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τούτ’ έστι τον διάβολον. Εξήλειψε το αμειδές του θανάτου. Δηλαδή την χωρίς μειδίαμα σκοτεινήν μορφήν και παρουσίαν του θανάτου. Η οποία όταν υπάρχη, αμαυρώνει και δηλητηριάζει όλην την ζωήν και την χαράν του ανθρώπου.

Δι’ αυτό, όταν η καρδία και η αγάπη μας είναι εστραμμέναι εις τον Θεάνθρωπον Κύριον, τον και νεκρών και ζώντων την εξουσίαν έχοντα, τότε όλα φωτίζονται και μεταμορφώνονται.

Και όταν ο Απόστολος προτρέπη να μη στηριζώμεθα «επί πλούτου αδηλότητι, αλλ’ εν τω Θεώ τω ζώντι, τω παρέχοντι ημίν πάντα πλουσίως εις απόλαυσιν» (Α  Τιμ. 6, 17), μας διαβεβαιώνει ότι η αληθινή απόλαυσις της ζωής είναι εκείνο που μας δίδει ο Θεός και ημείς το δεχόμεθα με ευγνωμοσύνην και ευχαριστίαν. Τότε το ολίγον είναι πλούσιον ως ευλογημένον· και το πρόσκαιρον και στιγμιαίον λάμπει με φως αιωνιότητος.

Τότε, όχι μόνον αι χαραί της ζωής έχουν κάτι που δεν παρέρχεται. Αλλά και αι δοκιμασίαι και αι θλίψεις γίνονται αφορμαί θείας παρακλήσεως.

Η θεία οικονομία της σωτηρίας μας είναι βεβαία. Είναι «ο βάθει σοφίας φιλανθρώπως πάντα οικονομών». Και η παρακαταθήκη των κόπων μας εξησφαλισμένη, διότι «παρακατατιθέμεθα την ζωήν ημών άπασαν και την ελπίδα» εις τον Θεάνθρωπον Κύριον.

Δι’ αυτό, όταν το ευαγγέλιον μας παραπέμπη εις τον ουρανόν, κυριολεκτεί. Μας προσγειώνει εις την πραγματικότητα της γης η οποία έγινεν ουρανός.

Αυτήν την βεβαιότητα ζη και ομολογεί η Εκκλησία.

«Δια του Σταυρού σου, Χριστέ, μία ποίμνη γέγονεν Αγγέλων και ανθρώπων και μία Εκκλησία· ουρανός και η γη αγάλλεται, Κύριε, δόξα σοι».

Μας χαρίζει την δυνατότητα να ζήσωμεν το θαύμα ότι η γη έγινεν ουρανός. Και η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστι.

Αι ρίζαι του ανθρώπου ευρίσκονται εις τον ουρανόν. Χωρίς την Εκκλησίαν είμεθα μετέωροι και ανέστιοι.

Η Εκκλησία είναι το σπίτι μας. Όσον επιστρέφει ο άνθρωπος εις αυτήν, τόσον επιστρέφει εις τον εαυτόν του, έρχεται εις εαυτόν. Όσον απομακρύνεται, χάνεται και εξαχρειούται.

Όσον πλησιάζομεν την Εκκλησίαν, αισθανόμεθα την γνησιότητα του αληθινού. Βλέπομεν τον ουράνιον Πατέρα να μας περιμένη έξω από την οικίαν.

Μας πείθει η αίσθησις του καλού και του κάλλους. Η παρουσία της κραταιάς αγάπης που νικά τον θάνατον. Και όχι του φθαρτού και αμφιβόλου που εμπαίζει τον άνθρωπον.

 Ας ακούσωμεν, λοιπόν, την θείαν πρόσκλησιν να εισέλθωμεν εις το πέλαγος της νηστείας, δια να φθάσωμεν εις τον λιμένα του φωτός και της αναστάσεως συν πάσι τοις Αγίοις.

Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, 2009

+ Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος

διάπυρος προς Θεόν ευχέτης πάντων υμών