ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ
κ. ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
ΕΝ ΤΩ ΙΕΡΩ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΩ ΝΑΩ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
(16 ΜΑΡΤΙΟΥ 2008)

Παναγιώτατε Πάτερ και Δέσποτα,
Σεβασμία των Ιεραρχών χορεία,
Φιλέορτον εκκλησίασμα,

«Έρχου και ίδε» (Ιω. 1,47).
Η βάσις της πίστεως και ο κανών των δογμάτων, το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον, σήμερον κατά την λαμπράν της Ορθοδοξίας πανήγυριν, δια της αναγνώσεως της σημαντικής ταύτης περικοπής, αναφέρεται εις το γεγονός της κλήσεως των πρώτων μαθητών του χορού των Αποστόλων, υπό του ιδίου του Ι. Χριστού. Πρώτοι καλούνται υπό του Διδασκάλου ο Πρωτόκλητος και (Πρωτόθρονος) Ιδρυτής της Αγίας ταύτης Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, Απόστολος Ανδρέας, και μετ  αὐτοῦ ο Ιωάννης. Δια του Αποστόλου Ανδρέου καλείται εις το αποστολικόν έργον ο Απόστολος Πέτρος. Εις την Γαλιλαίαν είδεν ο Κύριος  τον Φίλιππον, και λέγει αυτώ: «Ακολούθει μοι» (Ιω. 1,44). Ο δε Φίλιππος ευρίσκει τον Ναθαναήλ και λέγει αυτώ «έρχου και ίδε» (Ιω. 1,47), όπερ μέχρι σήμερον επαναλαμβάνεται υπό πολλών ως έκφρασις βεβαιότητος και αληθούς πίστεως. 
Και ήλθεν και είδεν ο αληθής Ισραηλίτης «εν ω δόλος ουκ έστι» (Ιω. 1,48) και ωμολόγησε: «ραββί, συ ει ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιω. 1,50).
Την πρώτην ταύτην συνάντησιν μετά του Ι. Χριστού, του Λυτρωτού και διδασκάλου Του, ο ιερός της αγάπης Ευαγγελιστής Ιωάννης εφύλαξεν εν τη καρδία και τη διανοία του ως θησαυρόν πολύτιμον και ανεξάνλητον εντρύφημα, δια τούτο και μετά λεπτομερείας περιγράφει το γεγονός.
Επεθύμησαν και οι δύο, Ανδρέας και Ιωάννης, άμα τη κλήσει αυτών υπό του Κυρίου, όπως εκτυπώτερον και εναργέστερον εκ του σύνεγγυς γνωρίσουν Αυτόν. Και ως ο ίδιος ο Ιωάννης αναφέρει, ο καλών Κύριος ανοίγει πρώτος τον διάλογον «Τι ζητείτε;» (Ιω. 1,39) και εκείνοι εξ ίσου ευθέως και εκθύμως απαντούν: «ραββί που μένεις;» (Ιω. 1,39). Και ο Κύριος απαντά: «έρχεσθε και ίδετε. Ήλθον ουν και είδον που μένει, και παρ  αὐτῷ έμειναν την ημέραν εκείνην» (Ιω. 1,40). Και ουχί μόνον την ημέραν εκείνην της προσωπικής αυτών γνωριμίας, αλλά πάσας τας ημέρας της ζωής αυτών, της επί γης και της μελλούσης.
Θάμβος γαρ περιέσχεν αυτοίς επί τη θέα και μόνον του θεϊκού προσώπου, επί τοις λόγοις Αυτού εκθαμβούμενοι και από θάμβους εις θάμβον οδηγούμενοι.
«Αρκέσει προς πίστιν», λέγει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, «η θέα και μόνον, εις λόγους ελθών συνομολογήσεις γοργότερον... αυτόν όντως υπάρχειν τον προσδοκώμενον». Εξ άλλου η πρώτη πληροφορία και επιβεβαίωσις της πίστεως ήταν ο λόγος του Φιλίππου προς τον Ναθαναήλ: «Ον έγραψε Μωϋσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν, Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ» (Ιω. 1,46).
Αυτός ο λόγος μας υπενθυμίζει το Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, το ιερόν κείμενον το αναφερόμενον εις την ομολογίαν της πίστεως, την οποίαν ως ιεράν πρακαταθήκην ελάβομεν:
«Οι Προφήται ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η οικουμένη ως συμπεφώνηκεν, η χάρις ως έλαμψεν, η αλήθεια ως αποδέδεικται, το ψεύδος ως απελήλαται, η σοφία ως επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν· ούτω φρονούμεν, ούτω κηρύσσομεν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών, και τοις αυτού Αγίοις εν λόγοις τιμώντες, εν συγγραφαίς, εν νοήμασιν, εν θυσίαις, εν ναοίς, εν εικονίσμασι...». Και καταλήγει:
«Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την Οικουμένην εστήριξεν» (Συνοδικόν Κυριακής της Ορθοδοξίας).
Θρίαμβος λοιπόν και νίκης επέτειος η σημερινή εορτή της Ορθοδοξίας, διότι η αμώμητος Πίστις ημών ενίκησεν και εθριάμβευσεν. Η πίστις, όπως την εβίωσαν οι Προφήται και οι Απόστολοι, οι αυτόπται μάρτυρες του Κυρίου και μετ  αὐτῶν οι θεοφόροι Πατέρες και ακλινείς διδάσκαλοι και ο θείος των μαρτύρων και οσίων χορός·«ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του λόγου της ζωής» (Α΄ Ἰω. 1,1) ως συνομολογούσαν μετά του Ιερού Ευαγγελιστού.
Η πίστις δεν αποτελεί μόνον εν σύστημα παραδεδομένων αληθειών, έστω κι αν δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν, ούτε σύστημα υπερβατικών ιδεών η απαντήσεις μεταφυσικών επιδιώξεων, αλλά πρωτίστως είναι βίωμα, εμπειρία, στάσις και τρόπος ζωής.
Η πίστις είναι «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11,1)· ελεγχομένων όμως υπό της Ευαγγελικής αληθείας και της μακράς πατερικής εμπειρίας.
 Η πίστις είναι συνδεδεμένη μετά της προσωπικής ενσυνειδήτου βιοτής ενός εκάστου, δώρον Θεού, προσωπικόν γεγονός και αίσθησις ζωής αιωνίου.
Η λέξις πίστις εκ του ρήματος πείθω, σημαίνει πεποίθησις, εμπιστοσύνη. Εμπιστοσύνην - πίστιν, έδειξαν οι δύο μαθηταί εις τους λόγους του Κυρίου «έρχεσθε και ίδετε» και έκαμον πράξιν ευθέως και αμέσως την εντολήν Του: «ακολούθει μοι». Και αύτη η εμπιστοσύνη εχάρισεν το βίωμα της πεποιθήσεως, της πίστεως, ότι «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος» (Ιω. 7,46). Η δύναμις της πίστεως δημιουργεί τον χώρον, όπου μένει και εμμένει ο πιστός, όπου ίσταται και κρατεί τας παραδόσεις κατά την προτροπήν του Αποστόλου: «στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε» (Β΄ Θεσ. 2,15).
Ο χώρος ούτος είναι η αδιάψευστος προσωπική εμπειρία της εξ ακοής η της εξ οράσεως η της δια λόγου πίστεως. «Η πίστις εξ ακοής, η δε ακοή δια ρήματος (=λόγου) Θεού» (Ρωμ. 10,17).
Μετά το πρώτον τούτο στάδιον της εμπειρίας αρχίζει ο προσωπικός αγών δια την αύξησιν και την «προκοπήν της πίστεως» (Φιλιπ. 1,25). Οι Άγιοι Απόστολοι, ουχί μόνον είδον και ήκουσαν τον Διδάσκαλον, αλλά και εψηλάφησαν και εγεύθησαν της ζωντανής και ζωογόνου παρουσίας Του. Το αυτό συνέβη και με τους Προφήτας της Π.Δ. και πάντας τους αγίους, οι οποίοι έως θανάτου εξέχεαν το αίμα αυτών, διότι εγνώρισαν Θεόν ζώντα και αληθινόν, βιωματικώς και προσωπικώς επικοινωνούντα μετ’ αυτών και ενισχύοντα αυτούς.
Δι  αὐτούς, οι οποίοι είχον ορθήν πίστιν, υπήρξεν η θεοποιός χάρις, ο αγιασμός, η προσωπική αποκάλυψις του αιωνίου Θεού, «η όρασις και νόησις της καρδίας» κατά τον Άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν. Και εάν «η πίστις ορθή και ο βίος ορθός» λέγει ο ιερός Χρυσόστομος. Η ορθή πίστις αποδεικνύεται υπό της ορθής πράξεως, υπό των έργων της πίστεως, τα οποία οδηγούν εις την κοινωνίαν μετά της πηγής της ζωής, εις την θεοκοινωνίαν.
Ο αγών της πίστεως είναι συνεχής και ακατάπαυστος δια την απόκτησιν του αγιασμού, του θείου φωτισμού, της θεογνωσίας και της θεοκοινωνίας. Δια τούτο γράφει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης εις τους Αναβαθμούς της Παρακλητικής: «Αγίω Πνεύματι, θεογνωσίας πλούτος, θεωρίας και σοφίας· πάντα γαρ εν τούτω τα πατρώα δόγματα ο Λόγος εκκαλύπτει». Οι πιστοί αισθάνονται ότι γεύονται τα πατρώα δόγματα, τα οποία επανακαλύπτει ο Λόγος του Θεού εν Πνεύματι Αγίω.
Η ζωή της πίστεως βιώνεται και κατακτάται δι’ αγώνων και ιδρώτων  προσωπικών. Δεν είναι θεωρία αλλά πράξις. Είναι ορθοδοξία και ορθοπραξία. «Λόγος έμπρακτος και πράξις ελλόγιμος» (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Όλη η ζωή των πιστών, η ζωή της Εκκλησίας, δεν είναι απλή τελετουργία και ιερολογία αλλά ιερουργία και μυσταγωγία.
Η προσωπική εμπειρία, η βιωματική γνώσις και επίγνωσις του Θείου, αυξάνει την πίστιν, η οποία καταλήγει εις την αυθόρμητον ομολογίαν του Ναθαναήλ: «ραββί, συ ει ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιω. 1,50). Φωτίζεται ο νους του ανθρώπου και προχωρεί εις τελειώτερον στάδιον της θεογνωσίας έχων ως οδηγόν την αδιάψευστον του Κυρίου υπόσχεσιν: «Αμήν, αμήν, λέγω υμίν, απ’ ἄρτι όψεσθε τον ουρανόν ανεωγότα και τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον υιόν του ανθρώπου» (Ιω. 1,52). Ο Ι. Χριστός αποκαλύπτει τα μυστήρια της Βασιλείας Του εις πάντας όσοι αποδέχονται την αληθή πίστιν ως οι άγιοι Προφήται, Απόστολοι, Πατέρες και Μάρτυρες, ομολογούν εμπράκτως «όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα» (Φιλ. 4,8) βιώνουν εις την καθ’ ημέραν πράξιν και ζωήν και καθίστανται αι οραταί εικόνες του αοράτου Θεού. Δια τούτο και το Απολυτίκιον της σημερινής εορτής αναφέρεται εις την αληθή εικόνα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, η οποία είναι εικών απαράλλακτος του Όντος, ήτοι του Θεού Πατρός: «Την Άχραντον εικόνα Σου προσκυνούμεν αγαθέ, αιτούμενοι συγχώρησιν των πταισμάτων ημών Χριστέ ο Θεός...».
Ο χώρος όπου επιτυγχάνεται η συνάντησις Θεού και ανθρώπου και ιερουργείται το μυστήριον της σωτηρίας δια της θέας του εν Τριάδι ζώντος Θεού, το υψηλότερον επίτευγμα της πίστεως και το μεγαλύτερον δώρον του Δημιουργού προς τον άνθρωπον, να ομοιάση εις Αυτόν ως εικών του πρωτοτύπου δια της θεώσεως, είναι η Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική, Ορθόδοξος Εκκλησία, η υπό του ιδίου του Κυρίου ιδρυθείσα.
Είναι ο χώρος της θεοκοινωνίας «των λελυτρωμένων υπό Κυρίου», είναι ο νέος Παράδεισος, η αιώνιος σκηνή, η «εις αιώνα αιώνος κατάπαυσις» (Ψαλ. 131,14), η μεταξύ των ανθρώπων καταλλαγή, η Βασιλεία του Θεού. Η ίδια η λέξις Εκ-κλησία, σύνθετος εκ της προθέσεως «εκ» και του ρήματος «καλώ», σημαίνει πρόσκλησιν δια συνάθροισιν πιστών, των έχοντων ως εφόδιον εν βάπτισμα και μίαν πίστιν «εις τον Αρχηγόν της πίστεως και τελειωτήν Ιησούν» (Εβρ. 12,2). Η Εκκλησία είναι σύνολον πιστών, κοινωνία πίστεως και πράξεως. Πράξις είναι η λατρεία του Θεού ως πηγάζει εκ της πίστεως και της διδασκαλίας των αγίων Γραφών και ως διεμορφώθη υπό της μακραιώνου παραδόσεως της πράξεως της Εκκλησίας δια της θείας λατρείας.
Η Εκκλησία του Χριστού, η Ορθόδοξος Εκκλησία, είναι πραγματική εικών και αντίτυπον γνήσιον της φύσεως του Ι. Χριστού, της θεανθρωπίνης Αυτού εικόνος και υποστάσεως. Και ως Εκείνος ούτως και η Εκκλησία Του, έχει εν ταυτώ αχωρίστως και αδιαιρέτως τας δύο φύσεις: Την θείαν και την ανθρωπίνην. Η Αγία ημών Εκκλησία, έχουσα ως κεφαλήν τον Χριστόν, μαρτυρεί την θείαν αυτής καταγωγήν και οι απαρτίζοντες αυτήν πιστοί αποτελούν εικόνας του Θεού, μαρτυρούσας την ανθρωπίνην αυτής φύσιν, αι οποίαι δια της πίστεως και δια των ιερών μυστηρίων ενσωματούνται εις το θεανθρώπινον σώμα του Χριστού, την αγίαν Του Εκκλησίαν. Δια τούτο ο Ι. Χριστός ενηνθρώπησε και μετέδωσεν εις ημάς τους ανθρώπους το Πανάγιον Πνεύμα δια να γίνωμεν «κοινωνοί θείας φύσεως» (Β΄ Πέτρ. 1,4), «Θεού συνεργοί» (Α΄ Κορ. 3,9), φίλοι αυτού (Λουκ. 15,14), «σύναιμοι και σύσσωμοι» με Αυτόν.
Παναγιώτατε Πάτερ και Δέσποτα,
Σεβασμία των Ιεραρχών χορεία,
φιλέορτον και πολυπληθές εκκλησίασμα.
Η πρόσκλησις του Κυρίου και η δράσις των αγίων Αποστόλων εκαρποφόρησαν πλουσίως. Διο και ο πρωτόκλητος Άγιος Ανδρέας εμεγαλούργησε και ίδρυσε την ολιγότεκνον μεν τότε Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως, την σήμερον μεγαλυνθείσαν και λαμπρυνθείσαν υπό των αγίων Οικουμενικών Συνόδων, των αγίων και θεοφόρων Πατέρων, των σοφών διδασκάλων, των μαρτύρων και αγωνιστών της πίστεως. Αύτη η Πρωτόθρονος Εκκλησία ανεδείχθη η ιερά της Ορθοδοξίας Καθέδρα, το σεπτόν της αμωμήτου ημών πίστεως και της Οικουμενικής Αληθείας Κέντρον, της Οικουμένης το αγλάϊσμα, η Μήτηρ πασών των Εκκλησιών, η Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, πάντων δε ημών ο επιστηριγμός και το καύχημα.
Διότι η Μήτηρ Εκκλησία της Κων/πόλεως πορευθείσα εν μέσω παγίδων πολλών και απροσμετρήτων δυσκολιών, διωγμών, αναγκών τε και περιστάσεων, εν μέσω προβατοσχήμων λύκων και αρνητών της πίστεως, διεφύλαξεν αλώβητον την πολύτιμον παρακαταθήκην της πίστεως και της ιεράς ημών Παραδόσεως. Και ως Πρωτόθρονος Εκκλησία τιμά σήμερον τον θρίαμβον τούτον της Ορθοδοξίας δια Πατριαρχικής και Συνοδικής Συλλειτουργίας. Συνεχώς και ανυστάκτως αγωνίζεται εις τον ολονέν μεταβαλλόμενον σύγχρονον κόσμον, παρά τα απειλητικά και καταστροφικά μηνύματα των καιρών, να διατηρήση και πάλιν ανόθευτον και ζωογόνον την πίστιν όλων ημών εις την θέσιν και την αξίαν της θείας εικόνος του Χριστού, συγχρόνως δε να βοηθήση εις την αναστήλωσιν και αποθεραπείαν της τετραυματισμένης εικόνος του ανθρώπου και της κοινωνίας εν γένει.
Το πάνσεπτον Οικουμενικόν ημών Πατριαρχείον ενταύθα μένει, έχον σταθερώς και ακλινώς εις την παραδοθείσαν πίστιν, προσκαλεί δε πάντας ημάς δια της ευαγγελικής ρήσεως «έρχεσθε και ίδετε», να έλθωμεν ενταύθα και να γνωρίσωμεν αυτό. Ακριβώς δε, επειδή μένει επί αιώνας αμετακίνητον ενταύθα, ως θεματοφύλαξ της πίστεως και της εκκλησιαστικής και κανονικής τάξεως, διεμόρφωσεν ουχί μόνον νόμους και κανόνας διοικήσεως, αλλά πρωτίστως και κυρίως ήθος και φρόνημα άκρως εκκλησιαστικόν και ορθόδοξον.
Και, όταν είδη ο πιστός το λιτόν μεν και απέριττον, γοητευτικόν δε,  μεγαλόπρεπον και βυζαντινόν ήθος και ύφος του Φαναρίου, μετά του ιεροπρεπώς και εκκλησιαστικώς πράττειν, κηρύττειν και ομολογείν, δεν έχει παρά να πιστεύση εις την θείαν Πρόνοιαν, ήτις κατευθύνει και διοικεί την Αγίαν ημών Εκκλησίαν. Προς τούτο, εχαρίσατο εις την Εκκλησίαν τοιούτον Ποιμένα και Διδάσκαλον, την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικόν ημών Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαίον μετά της εξαιρέτου Αυτού Ιεραρχίας και πάντων των ανά την Οικουμένην διακονούντων τον σεπτόν τούτον θεσμόν του Φαναρίου, καταυγαζόμενοι άπαντες υπό θείου φωτισμού και Αποστολικού ζήλου.
«Μείζω τούτων όψει» (Ιω. 1,51) υπόσχονται ο Ιησούς Χριστός και η Μήτηρ Εκκλησία εν τη πολυευθύνω υψηλή διακονία και συνειδήσει περί του κηρύγματος του Λόγου της ζωής, αλλά και τη θυσιαστική ταύτη Πατριαρχική αυτοσυνειδησία του ιερού τούτου Κέντρου, το οποίον μόλις προ ολίγου καιρού εξήγγειλε την δημιουργίαν νέας Ιεράς Μητροπόλεως εις Σιγκαπούρην με ιεραποστολικήν δράσιν εις Ινδίαν, Ινδονησίαν, Μαλαισίαν, Πακιστάν, Αφγανιστάν, Μαλβίδας Νήσους, Μπαγκλαντές, Νεπάλ, Μπουτάν και Σρι Λάγκα.
Ετέρα δε πράξις αμιγούς εκκλησιαστικού ήθους και φρονήματος οικουμενικού, η οποία προσφάτως προυξένησεν πανορθοδόξως ιεράν συγκίνησιν και αίσθησιν ικανοποιήσεως, υπήρξεν η αυτοπρόσωπος παρουσία και συμμετοχή της Α.Θ. Παναγιότητος εις το πένθος της θυγατρός Εκκλησίας της Ελλάδος.
Ως προεξάρχων της εξοδίου Ακολουθίας και της ιεράς Συνάξεως, παρόντων των Μακαριωτάτων Πατριαρχών των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων και των Προκαθημένων των λοιπών Αυτοκεφάλων Εκκλησιών η των εκπροσώπων αυτών, η Ορθοδοξία και πάλιν έλαμψεν και εδοξάσθη. Διότι απέστειλε εις ολόκληρον τον κόσμον μήνυμα γνησίας πίστεως, μήνυμα αδελφικής αγάπης, μήνυμα συμπαγούς ενότητος, της αδιαιρέτου ενότητος και πίστεως, της επιβεβαιουμένης εκ της εφαρμογής και τηρήσεως της Εκκλησιαστικής τάξεως.
Το σεπτόν Πατριαρχικόν Ωμοφόριον, βαρύ και απέριττον, σεμνοπρεπές και πολύτεκνον, ηγίασε, εδίδαξε και εμπράκτως απέδειξεν ότι το γνήσιον Πατριαρχικόν φρόνημα της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας συμπάσχει, συμμετέχει, διακονεί και στηρίζει τους δοκιμαζομένους και τους πενθηφορούντας, τιμά δε ουχί μόνον τους ζώντας αλλά και τους κεκοιμημένους εν τη πίστει. Τούτο το ήθος, το αμιγές και γνήσιον, το απορρέον εκ του εκκλησιαστικού φρονήματος, επεκράτησεν προσφάτως εις τας καρδίας των Ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος και εξέλεξαν ικανόν οιακοστρόφον και Πρωθιεράρχην, σεβόμενον πρωτίστως τον Ιερόν του Φαναρίου Θεσμόν, ευθυγραμμιζόμενον δε ως προς τας αρχάς της αρχιεπισκοπικής αυτού διακονίας προς το Πατριαρχικόν φρόνημα και ήθος.
Και τούτο, διότι το ιερόν της Ορθοδοξίας Κέντρον, το Οικουμενικόν ημών Πατριαρχείον, απέδειξε ότι ίσταται αταλάντευτον επί της πέτρας της πίστεως και επί των ιερών και οσίων του Γένους ημών. Κατέχει δε τον τόπον της διαρκούς παρουσίας του Θεού δια συνάντησιν, συναντίληψιν και συνεργασίαν πάντων των ποθούντων και εργαζομένων την ενότητα της πίστεως και την ευστάθειαν των αγίων του Θεού Εκκλησιών.
Ούτως, δύναταί τις ευθαρσώς να επαναλάβη και εις τας χαλεπάς ημέρας, τας οποίας διανύομεν, το ευαγγελικόν «έρχου και ίδε», το οποίον σήμερον διερμηνεύεται ως η επιστροφή επί τας πηγάς της πίστεως, εις την Πατριαρχικήν μεγαλοπρέπειαν αλλά και λιτότητα, εις την πατερικήν σοφίαν αλλά και απλότητα και εις την γοητευτικήν αμεσότητα δια τον πάσχοντα άνθρωπον, «δι  ὅν Χριστός απέθανεν» (Α΄  Κορ. 9,11).
Αναζητηταί της Αληθείας και του πνεύματος ήλθον και είδον και έμειναν εις τον Οικουμενικόν τούτον χώρον και τόπον, διότι εδιδάχθησαν την αληθή πίστιν και την αληθή θεογνωσίαν. Και έμειναν εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, διότι το σεπτόν τούτο Οικουμενικόν Κέντρον κατέχει και μαρτυρεί την καθολικήν πίστιν και την ανυπόκριτον αγάπην και θυσίαν, κατά τον απόστολον των εθνών Παύλον: «Συ δε μένε εν οις έμαθες και επιστώθης, ειδώς παρά τίνος έμαθες, και ότι από βρέφους τα ιερά γράμματα οίδας, τα δυνάμενά σε σοφίσαι εις σωτηρίαν δια πίστεως της εν Χριστώ Ιησού» (Β΄ Τιμ. 3, 13-15).
Οφείλομεν, ομοίως, να αναγνωρίσωμεν και το «παρά τίνος εμάθομεν» τα ιερά ταύτα γράμματα, «όστις είναι σήμερον ο ταπεινός, αλλά στιβαρός, ο τολμηρός, αλλά σώφρων, ο ριζωμένος εις την ορθόδοξον παράδοσιν, αλλά και βαθύς γνώστης των παγκοσμίων εξελίξεων, ο Πατριάρχης του Γένους, ο σοφός οιακοστρόφος του σκάφους της Μητρός Εκκλησίας, ο Οικουμενικός ημών Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος» (απόσπασμα ενθρονιστηρίου Λόγου Μακ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου).
Ευθαρσώς και ευσυνειδήτως κηρύττομεν μέχρι σήμερον το «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» και εμμένομεν πιστώς εις «α εδιδάχθημεν». Εμμένομεν εις την πίστιν των Οικουμενικών Συνόδων και της Ιεράς Παραδόσεως του Γένους ημών. Εμμένομεν εις την αταλάντευτον Ορθοδοξίαν με τας υψηλάς ευαισθησίας και την αξιοζήλευτον ευσυνειδησίαν.
Διότι σήμερον Ορθοδοξία εν τη πράξει σημαίνει ου μόνον ορθοπραξία, αλλά ευαισθησία, πνευματική ανωτερότης και αρχοντιά. Λέπτυνσις της συνειδήσεως, του ορθοδόξου φρονήματος και ήθους, ως τρόπου ζωής, δια να επιτύχωμεν εντός ημών την ανακαίνισιν της αμαυρωθείσης εικόνος προς δόξαν της εικόνος του Όντος, του Θεού Δημιουργού. Έργω και λόγω ανιστορούμεν την αναστήλωσιν της εικόνος του ανθρώπου και πάσης της κτίσεως, και προσευχητικώς και οφειλετικώς αποδίδομεν την τιμήν και την λατρείαν προς το θείον.
Χάριτι Θεού ευρισκόμεθα σήμερον εις την Μητέρα Εκκλησίαν, καθώς έγραψεν ο άγιος Συμεών Θεσ/νίκης υπερηφανευόμενος δια την καταγωγήν του, όστις και αποκαλεί την πόλιν ταύτην θεμέλιον της πίστεως Χριστού και της Ορθοδοξίας ακρόπολιν, και πανευσεβή ονομάζει τον θείον τούτον Θρόνον της μεγάλης ιερωσύνης.
Η Μήτηρ αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία Κων/πόλεως και ο σεπτός Οικουμενικός Πατριάρχης προσκαλούν πάντας ημάς δια της ευαγγελικής ρήσεως «έρχεσθε και ίδετε». Να ίδωμεν ουχί μόνον την απαράλλακτον και απαραχάρακτον εικόνα του Ι. Χριστού και της Αγίας Του Εκκλησίας, αλλά και του δεινώς σήμερον δοκιμαζομένου ανθρώπου.
Εξαιρέτως δε κατά τας ημέρας ταύτας, κατά τας οποίας η παγκόσμιος Κοινότης αγωνιωδώς ενατενίζει προς την Ορθοδοξίαν και δη προς το Σεπτόν τούτο Κέντρον Αυτής, κατόπιν και των γεωστρατηγικών, οικονομικών και πολιτικών ανακατατάξεων εις τον χώρον των Βαλκανίων. Επειδή η Μήτηρ Εκκλησία ευρίσκεται εις το μεθόριον Ευρώπης και Ασίας, όπου γεωγραφικώς και πνευματικώς εμεγαλούργησε ο ελληνικός πολιτισμός, εξηπλώθη ο χριστιανισμός και εστερεώθη η Ορθοδοξία. Τούτο το ιστορικώς αναγκαίον και εκκλησιαστικώς απαραίτητον Σεπτον Οικουμενικόν Κέντρον μαρτυρεί η παρουσία της περιπύστου Μονής της Χώρας, όπως σημειώνει σύγχρονος Θεολόγος (Σεβ. πρ. Ερζεγοβίνης κ. Αθανάσιος)
Η Μονή αύτη, αφιερωμένη εις την Χώραν των Ζώντων, τον Ιησούν Χριστόν, μαρτυρεί το βάθος και το ύψος τούτο της Οικουμενικής Ορθοδοξίας και του έργου της Μητρός Αγίας Εκκλησίας. Έμπροσθεν και άνω της εισόδου της Ι. Μονής υπάρχει η μορφή του Ι. Χριστού, ψηφιδωτή εικών του 14ου αι. Εις τον κυρίως ναόν υποδέχεται ημάς θαυμασία μεγάλη εικών της Θεοτόκου, φέρουσα όμως επί του στήθους αυτής και επί μεταλλίου κυκλικού την μορφήν του Ι. Χριστού. Η πρωτότυπος αύτη εξεικόνισις επιγράφεται: «Μήτηρ Θεού - Η χώρα του Αχωρήτου».
Δια της μεγαλειώδους ταύτης παραστάσεως, όπως διασώζεται μέχρι σήμερον εις την Πόλιν ταύτην, εις την οποίαν ο Ι. Χριστός και η Θεοτόκος είναι αχώριστοι, ωκονόμησε η θεία Πρόνοια να εξεικονίζεται η σύναξις ολοκλήρου της Ορθοδοξίας, εφ’ ὅσον ο Ι. Χριστός, η Θεοτόκος και η Εκκλησία δεν χωρίζονται. Είναι ο ζωτικός χώρος εντός του οποίου ηυδόκησεν ο Θεός να ίσταται το της Οικουμένης σεπτόν τούτο Κέντρον, ο σεπτός Οικουμενικός Πατριάρχης και οι μετ  Αὐτοῦ υπηρέται του θείου Λόγου συνηρμοσμένοι μετά των πιστών εις τον χώρον του ζώντος Θεού, εις την χώραν του Αχωρήτου, εις το Θεανθρώπινον Σώμα της Εκκλησίας. Ο Ι. Χριστός είναι ο αυτός παρατεινόμενος εις τους αιώνας, και αποτελεί την καρδίαν, την κεφαλήν, το κέντρον όλης της Εκκλησίας, εργαζόμενος την σωτηρίαν των πιστών και συνάγων εν Εαυτώ ως Εκκλησίαν όλην την κτίσιν, όλην την Δημιουργίαν, άπαν το ανθρώπινον γένος, ως η Χώρα των Ζώντων και όχι των νεκρών.
Η χώρα του Ζώντος Θεού και η χώρα του Αχωρήτου, ήτοι η Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, είναι και θα είναι συνηρμοσμένα και αχώριστα: «Τα γαρ αμφότερα εν τη συγκράσει Θεού μεν ενανθρωπήσαντος, ανθρώπου δε θεωθέντος» (Αγ. Γρηγορίου Θεολ. PG 37,180).
Ευχηθήτε, Παναγιώτατε Πάτερ και Δέσποτα,
όπως εις καιρούς χαλεπούς και δυσχειμέρους διατηρήσωμεν άπαντες εντός ημών απαραχάρακτον την θείαν εικόνα του ζώντος Θεού και της πνευματικής Ολκάδος και Κιβωτού, της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, δι’ Αυτής και εν μέσω Αυτής «λαλούντες ο οίδαμεν και μαρτυρούντες ο εωράκαμεν» (Ιω. 3,11): «Συ ει ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιω. 1,50), Συ ει η Μήτηρ των Εκκλησιών και τροφός της Οικουμένης, ο κατ᾽ εξοχήν οικείος χώρος της αληθούς φιλαδελφίας, της γνησίας φιλαλληλίας, της αλληλοπεριχωρήσεως πάντων ημών των εγγύς και μακράν τέκνων του Θεού  «ίνα αξιώση πάντας της κλήσεως ο Θεός ημών και πληρώση πάσαν ευδοκίαν αγαθωσύνης και έργον πίστεως εν δυνάμει» (Β´ Θεσ. 1.11). Γένοιτο!