Ομιλία

της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου

κ. κ. Βαρθολομαίου

κατά την Θρονικήν Εορτήν του Οικουμενικού Πατριαρχείου

(30 Νοεμβρίου 2009)

 

Σεβασμιώτατε Καρδινάλιε κύριε Walter Kasper , εκπρόσωπε της Α. Αγιότητος του Πάπα και Επισκόπου Ρώμης κυρίου Βενεδίκτου του 16ου, μετά της τιμίας υμών συνοδείας,

Μετά πολλής χαράς υποδεχόμεθα υμάς και πάλιν εις τας αυλάς της καθ' ημάς Εκκλησίας της Νέας Ρώμης, ίνα συνεορτάσωμεν την ιεράν μνήμην του ιδρυτού και προστάτου αυτής Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου. Από μέσης καρδίας ευχαριστούμεν τω αγαπητώ ημίν εν Κυρίω αδελφώ αγιωτάτω Πάπα της παλαιάς Ρώμης κυρίω Βενεδίκτω διότι ηυδόκησε και εφέτος να αποστείλη εκπροσώπους αυτού εις την Θρονικήν Εορτήν της ημετέρας Εκκλησίας στοιχών τω από δεκαετιών καθιερωθέντι έθει της ανταλλαγής επισκέψεων κατά τας θρονικάς εορτάς των δύο παλαιφάτων και αποστολικών Εκκλησιών ημών εις επιβεβαίωσιν της βουλήσεως αυτών όπως άρουν τα επί χιλιετίαν συσσωρευθέντα εμπόδια εις την μετ' αλλήλων πλήρη κοινωνίαν. Εις την ενταύθα παρουσίαν υμών αποδίδομεν σπουδαίαν συμβολικήν σημασίαν, καθότι δι' αυτής δηλούται κατά τρόπον λίαν επίσημον η βούλησις και της αγιωτάτης Εκκλησίας της Ρώμης όπως πράξη και αύτη παν το κατ' αυτήν, ίνα επανεύρωμεν την εν τη αυτή πίστει και μυστηριακή κοινωνία ενότητα ημών κατά το θέλημα του καλέσαντος ημάς εις ενότητα «ίνα ο κόσμος πιστεύση» (Ιω. ιζ', 21).

Ο σήμερον εορταζόμενος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος υπήρξεν, ως γνωστόν, αυτάδελφος του κορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου, από κοινού δε εγνώρισαν τον Ιησούν και επίστευσαν εις Αυτόν. Κοινή η πίστις των αυταδέλφων Αποστόλων, κοινή και η πίστις των Εκκλησιών, τας οποίας ούτοι ίδρυσαν και καθηγίασαν δια του κηρύγματος και του μαρτυρίου των. Την κοινήν ταύτην πίστιν εδογμάτισαν οι κοινοί Πατέρες των Εκκλησιών ημών συνελθόντες εξ ανατολών και δυσμών εν οικουμενικαίς συνόδοις, παραδόντες αυτήν ως θησαυρόν πολύτιμον εις τας Εκκλησίας ημών, ίνα επ' αυτής οικοδομήσωμεν την εν Χριστώ ενότητα ημών. Την κοινήν ταύτην πίστιν, την οποίαν επί μίαν χιλιετίαν διεφυλάξαμεν αλώβητον εν τε τη ανατολή και εν τη δύσει, καλούμεθα και πάλιν να θέσωμεν ως βάσιν της ενότητος ημών, αποκαθαίροντες αυτήν εκ πάσης τυχόν προσθήκης η αλλοιώσεως, ώστε «σύμψυχοι, το εν φρονούντες» (Φιλ. β', 2) να χωρήσωμεν εις την εν τη θεία Ευχαριστία κοινωνίαν, εν τη οποία και ευρίσκεται το πλήρωμα της ενότητος της Εκκλησίας του Χριστού.

Η πορεία αύτη προς ανάκτησιν της πλήρους κοινωνίας, της οποίας απήλαυον αι Εκκλησίαι ημών κατά την πρώτην χιλιετίαν, έχει ήδη αρχίσει δια του διαλόγου της αγάπης και της αληθείας, όστις και συνεχίζεται, χάριτι θεία, παρά τας ενίοτε αναφυομένας δυσκολίας. Μετ' ανυστάκτου ενδιαφέροντος και αδιαλείπτου προσευχής παρα-κολουθούμεν την πορείαν του μεταξύ των δύο Εκκλησιών ημών διεξαγομένου επισήμου θεολογικού Διαλόγου υπό την συμπροεδρείαν και της υμετέρας Σεβασμιότητος, όστις εισέρχεται ήδη εις την εξέτασιν κρισίμων εκκλησιολογικών ζητημάτων, ως είναι το θέμα του πρωτείου γενικώς, και ειδικώτερον εκείνο του επισκόπου Ρώμης, κατά την πρώτην χιλιετίαν. Είναι τοις πάσι γνωστόν ότι το ακανθώδες τούτο θέμα υπήρξε πέτρα σκανδάλου εις την πορείαν των σχέσων των δύο Εκκλησιών ημών, διο και η άρσις εκ του μέσου ημών του εμποδίου τούτου θέλει αναμφιβόλως διευκολύνει μεγάλως την πορείαν ημών προς την ενότητα. Πεποίθαμεν, όθεν, ότι η μελέτη της ιστορίας της Εκκλησίας κατά την πρώτην χιλιετίαν ως προς το θέμα τούτο θέλει προσφέρει την λυδίαν λίθον προς αξιολόγησιν και των εν τη δευτέρα χιλιετία εξελίξεων, αίτινες ατυχώς ωδήγησαν τας Εκκλησίας ημών εις μείζονα απ' αλλήλων αποξένωσιν και διηύρυναν το μεταξύ ημών χάσμα.

Εις ένα κόσμον, ο οποίος σπαράσσεται από αντιθέσεις και συγκρούσεις, ο ειρηνικός και εποικοδομητικός διάλογος αποτελεί την μόνην οδόν προς επίτευξιν καταλλαγής και ενότητος. Εις την αποστολικήν περικοπήν, η οποία ανεγνώσθη κατά την σημερινήν Θείαν Λειτουργίαν, οι Απόστολοι προβάλλονται ως υπόδειγμα άκρας ταπεινοφροσύνης κατά το παράδειγμα του σταυρωθέντος Κυρίου: «λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν· ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν, πάντων περίψημα έως άρτι» (Α' Κορ. δ', 12-13). Εάν το ήθος τούτο της ταπεινοφροσύνης πρέπει να επικρατή εις τας σχέσεις των πιστών προς τους διώκτας της Εκκλησίας, πόσον μάλλον επιβάλλεται τούτο εις τας μεταξύ των ιδίων των χριστιανών σχέσεις! Η ειρηνική διευθέτησις των υφισταμένων διαφορών εις τας διαχριστιανικάς σχέσεις ουδόλως συνεπάγεται απομάκρυνσιν εκ της αληθείας. Η αλήθεια δεν φοβείται τον διάλογον, αλλ' αντιθέτως, χρησιμοποιεί αυτόν ως μέσον, δια να γίνη αποδεκτή και υπ' εκείνων, οι οποίοι δια διαφόρους λόγους αφίστανται αυτής. Η μισαλλοδοξία και ο φανατισμός προκαλούν την αμυντικήν περιχαράκωσιν εκάστης πλευράς εις τυφλήν εμμονήν εις τας ιδίας αυτής θέσεις και απόψεις, μονιμοποιεί τας διαιρέσεις και εξανεμίζει πάσαν ελπίδα καταλλαγής. Μία τοιαύτη στάσις ουδεμίαν απολύτως σχέσιν δύναται να έχη προς το πνεύμα του Ευαγγελίου του Χριστού και προς το παράδειγμα των Αποστόλων. Μόνον «αληθεύοντες εν αγάπη» (Εφ. δ', 15) αληθεύομεν αληθώς, ως και μόνον εν αληθεία αγαπώντες (Β' Ιω. 1) αγαπώμεν γνησίως. Ο ειλικρινής και εν πνεύματι ταπεινοφροσύνης διάλογος διασφαλίζει τον ευλογημένον τούτον συνδυασμόν, όστις και αποτελεί την μόνην θεοδίδακτον οδόν δι' όσους επιθυμούν να είναι μιμηταί των Αποστόλων (Α' Κορ. δ', 16).

Το πνεύμα τούτο του ειλικρινούς και εν αγάπη διαλόγου καλείται σήμερον η Εκκλησία του Χριστού να εφαρμόση η ιδία εις τας μεταξύ των διηρημένων χριστιανών σχέσεις, αλλά και να κηρύξη αυτό προς πάντα άνθρωπον καλής θελήσεως εις οιονδήποτε χώρον και αν ανήκη ούτος. Γνωρίζομεν εκ πείρας πικράς ότι η θρησκεία δύναται ευκόλως να χρησιμοποιηθή ως σημαία φανατισμού και συγκρούσεων μεταξύ των ανθρώπων. Έχομεν προσωπικώς κατ' επανάληψιν τονίσει ότι ο πόλεμος εν ονόματι της θρησκείας αποτελεί πόλεμον κατά της θρησκείας. Δια τούτο ο διαθρησκειακός διάλογος επιβάλλεται όλως ιδιαιτέρως εις τας ημέρας μας, χωρίς τούτο να συνεπάγεται οιονδήποτε συμβιβασμόν εις τας θρησκευτικάς εκάστου πεποιθήσεις. Τον διάλογον τούτον ενθαρρύνει και καλλιεργεί και το ημέτερον Οικουμενικόν Πατριαρχείον, συμβάλλον και ούτω το κατ' αυτό εις την εμπέδωσιν της ειρήνης εν τω συγχρόνω κόσμω.

 

Σεβασμιώτατε Καρδινάλιε μετά της εντιμοτάτης υμών συνοδείας,

 

Εις την Εκκλησίαν της Πόλεως ταύτης η Θεία Πρόνοια ανέθηκε, δια της υπό ιερών Οικουμενικών Συνόδων θεσπισθείσης τάξεως, την διακονίαν της πρωτοθρόνου εν τη Ορθοδοξία Εκκλησίας, εχούσης την ευθύνην του συντονισμού και της εκφράσεως της ομοφωνίας των κατά τόπους αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Εν τη ευθύνη ταύτη εργαζόμεθα ήδη επισταμένως δια την προετοιμασίαν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δια της ενεργοποιήσεως των αρμοδίων προσυνοδικών οργάνων. Ούτω, κατά τον παρελθόντα Ιούνιον συνήλθεν επιτυχώς η Δ' Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις επιληφθείσα του θέματος της Ορθοδόξου Διασποράς, επίκειται δε η συνάντησις της Προπαρασκευαστικής Επιτροπής προς μελέτην και προετοιμασίαν και των λοιπών θεμάτων της Μεγάλης Συνόδου. Σκοπόν της όλης προσπαθείας αποτελεί η σφυρηλάτησις της ενότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ώστε «εν ενί στόματι και μια καρδία» να συνεισφέρη εις την μαρτυρίαν του Ευαγγελίου εν τω συγχρόνω κόσμω. Εν τη προσπαθεία ταύτη και τη καθόλου, πολυτρόπως δυσχερεί, διακονία αυτής η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως πολύτιμον πάντοτε ηγείται την συμπαράστασιν της εν τη Παλαιά Ρώμη Εκκλησίας, προς την οποίαν εν αγάπη πολλή στρέφομεν την σκέψιν ημών και εν τη ώρα ταύτη.

Ασπαζόμενοι υμάς, και δι' υμών τον αποστείλαντα υμάς ενταύθα αγαπητόν εν Κυρίω αδελφόν, φιλήματι αγίω ευχόμεθα όπως Κύριος ο Θεός, πρεσβείαις του Αγίου ενδόξου Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέου, σκέπη και προστατεύη την Εκκλησίαν Αυτού από παντός κακού οδηγών αυτήν εις την εκπλήρωσιν του αγίου θελήματος Αυτού.

Ως ευ παρέστητε εν τω μέσω ημών, αγαπητοί αδελφοί !