Η προσκυνηματική εκδρομή της Ι. Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας στη Ρωσία και η έκθεση Αγιογραφίας στην Αγία Πετρούπολη για την προώθηση του θρησκευτικού-προσκυνηματικού τουρισμού

Με τη συμμετοχή συνολικά 130 προσκυνητών πραγματοποιήθηκε από την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου έως και τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου προσκυνηματική εκδρομή της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας σε Μοναστήρια, ιερούς Ναούς, προσκυνήματα, μουσεία και άλλα σημαντικά αξιοθέτα της Ρωσίας, με τη συνοδεία και την πνευματική καθοδήγηση του Σεβ. Μητροπολίτου Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Ευγενίου.


Κατά την οκταήμερη παραμονή τους στη Ρωσία οι προσκυνητές είχαν την ευκαιρία να ξεναγηθούν στα σημαντικότερα δημόσια κτήρια της Ρωσικής πρωτεύουσας, όπως την Εθνική Βιβλιοθήκη και το ιστορικό Μουσείο, το Δημαρχείο της Μόσχας, τα θέατρα Μπολσόι και Μάλι, το κτίριο της κρατικής ασφάλειας (πρώην KGB) και να θαυμάσουν από κοντά το Ολυμπιακό Στάδιο Λουζνική, το Πανεπιστήμιο Λομονόσοβ, την Κόκκινη πλατεία, τα αγάλματα των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, το Μαυσωλείο του Λένιν, το Μοσχοβίτικο μετρό. Επίσης, επισκέφθηκαν τον Ι. Καθεδρικό Ναό Σωτήρος Χριστού, τη Μονή της Αγίας Σκέπης Ποκρόβσκι, όπου μαζί με τους εκατοντάδες Ρώσους προσκηνητές που ανέμεναν στη σειρά προσκύνησαν τα ιερά λείψανα της Αγίας Ματρώνας της Μοσχοβίτισσας, καθώς και τη Λαύρα του Αγίου Σεργίου (Σέργκιγιεβ Ποσάντ Ραντονέζ). Εντός της Μονής ευρίσκεται και η θεολογική Ακαδημία της Μόσχας με ανεκτίμητους θησαυρούς από εικόνες μεγάλων αγιογράφων, εκκλησιαστικά άμφια και ιερά βιβλία.


Επίσης, την Πέμπτη 2/10 οι προσκυνητές της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας και οι λοιποί συμμετέχοντες στην προσκυνηματική εκδρομή με επικεφαλής τον Σεβ. Μητροπολίτη κ. Ευγένιο επικέφθηκαν το «Ερμιτάζ» (Ερημητήριο), το οποίο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της Αγίας Πετρούπολης, καθώς και ένα από τα παλαιότερα και μεγαλύτερα μουσεία στον κόσμο με περισσότερα από τρία εκατομμύρια εκθέματα  από την προϊστορική εποχή έως τις μέρες μας. Περιλαμβάνει συλλογή έργων δυτικοευρωπαϊκής τέχνης, μεγάλες συλλογές ειδών κοσμηματοποιίας και εκθέματα από την αρχαία Ελλάδα, την Αίγυπτο και τη Ρώμη, καθώς και τμήμα παλαιών Βυζαντινών εικόνων. Ακόμα προσκύνησαν τη Μονή του Αγίου Ιωάννου Ρίλσκι, το ναό της Αναστάσεως, στον Καθεδρικό Ναό της Κροστάνδης αφιερωμένο στον Άγιο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο στη Πετρούπολη, τον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου (θαλάσιο ναό) με τη θαυματουργό εικόνα του Αγ. Νικολάου των Ελλήνων ναυτικών με τους «χρυσούς τρούλους». Το παρεκκλήσιον της Οσίας Ξένης της Θαυματουργού που βρίσκεται στο νεκροταφείο Σμολένσκογιε και τον Ι. Καθεδρικό Ναό Αγίου Ισαακίου Δαλμάτων Αγίας Πετρουπόλεως.


Ειδικότερα, το Σάββατο 3/10 σύσσωμη η ομάδα των προσκυνητών επισκέφθηκε τον μεγαλοπρεπή Ναός του Αγίου Ισαάκ, που αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο ορθόδοξο ναό της Ρωσίας και έναν από τους μεγαλύτερους καθεδρικούς ναούς της Ευρώπης, διακοσμημένο με ψηφιδωτές εικόνες. Οι προσκυνητές είχαν την ευκαιρία να συμμετάσχουν στη συγκινητική τελετή των Εγκαινίων της έκθεσης σύγχρονων έργων της Κρητικής Σχολής Αγιογραφίας που πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία στο Κρατικό Ίδρυμα Πολιτισμού με την επωνυμία «Κρατικό μουσείο-μνημείο» του Ναού του Αγίου Ισαάκ της Αγίας Πετρούπολης, όπου εκτέθηκαν 48 έργα του Εμμανουήλ Μπετεινάκη, και θα διαρκέσει από τις 4 Οκτωβρίου έως τις 15 Νοεμβρίου. Η παραπάνω Έκθεση εντάσσεται στο πλαίσιο αγαστής συνεργασίας της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας με την Περιφέρεια Κρήτης και τον Δήμο Σητείας για την σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Ρωσίας και την προώθηση του θρησκευτικού-προσκυνηματικού τουρισμού στη χώρα μας.


Με κάθε επισημότητα και σε ατμόσφαιρα έκδηλης ικανοποίησης ο Διευθυντής του Μουσείου κ. Μπούρωφ υποδέχθηκε εγκάρδια και καλωσόρισε τον Σεβ. Μητροπολίτη κ. Ευγένιο στον Ι. Καθεδρικό Ναό Αγίου Ισαακίου, όπου σύντομο χαιρετισμό απηύθυναν ο εκπρόσωπος του Περιφερειάρχη Κρήτης και εντεταλμένος σύμβουλος Πολιτισμού της Περιφέρειας κ. Κων. Φασουλάκης και ο Δήμαρχος Σητείας κ. Θεοδ. Πατεράκης. Προηγήθηκε σύντομη δέηση προς τον Άγιο Ισαάκιο από τους Κληρικούς της Ιεράς Μητροπόλεως Αγίας Πετρουπόλεως και Λατόκγκα υπέρ υγείας των προσκυνητών και επιτυχίας της εκθέσεως.


Ακολούθως στην αίθουσα εκθέσεων και συναυλιών του «Κρατικού μουσείου-μνημείου του Αγίου Ισαάκ απηύθυναν χαιρετισμό ο Διευθυντής του Μουσείου κ. Μπούρωφ, ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στη Ρωσία και πρώην Υπουργός κ. Παναγιώτης Μπεγλίτης, ο Σεβ. Μητρόπολης Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Ευγένιος, ο Βικάριος του Πατριάρχου Μόσχας στην Πετρούπολη κ. Μελέτιος, ο Παν/τος Ηγούμενος της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Ακρωτηριανής και Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Τοπλού Σητείας Αρχιμ. Φιλόθεος Σπανουδάκης.
Στον βαρυσήμαντο χαιρετισμό του ο Σεβασμιώτατος σημείωσε τα εξής:


«Η εικονογραφία της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας είναι η τέχνη, η οποία διαμορφώθηκε και ασκήθηκε στο Βυζάντιο με τη μορφή κυρίως της τοιχογραφίας (νωπογραφίας), της ψηφιδογραφίας, της μικρογραφίας και των φορητών εικόνων. Απηχούσε στα ιδεώδη της Ορθοδοξίας και χρησιμοποιήθηκε για την αγιογράφηση και την ανάδειξη των ιερών ναών, συμβάλοντας άριστα στην κατανόηση των τελουμένων μέσα σ᾽ αυτούς.
Η πάντιμος αυτή τέχνη είναι από την ίδια τη φύση της μια τέχνη ιερή και λειτουργική, αφού απεικονίζει άγια πρόσωπα και άγια γεγονότα, γι’ αυτό ονομάζεται και Αγιογραφία. Η κάθε εικόνα δεν μια απλή θρησκευτική ζωγραφιά, αλλά μια αγιογραφία, που εκφράζει τα δόγματα και τη διδασκαλία της Εκκλησίας με σαφήνεια και ακρίβεια, όσο και ο λόγος της.
Η ιερή αυτή τέχνη δεν έχει σκοπό μόνο τον διάκοσμο του ναού, αλλά κυρίως να αναζωγραφίζει, να μεταγράφει και να μεταφέρει αυτούσια τη μορφή του Ιησού Χριστού, της Θεοτόκου και των αγίων Του, για να φέρει τον πιστό σε προσωπική σχέση και επαφή μαζί τους. Οι ιερές εικόνες, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, είναι η γλώσσα των αγραμμάτων. Αποτελούν θεολογία που εκφράζεται με σχήματα και χρώματα, παρουσιάζουν την ίδια την εικόνα του «μέλλοντος αιώνος» και βοηθούν τα σωματικά μάτια να προσεγγίσουν το μυστήριο της θείας οικονομίας.


Η λειτουργική εικόνα δεν είναι μια ζωγραφιά που γίνεται για να τέρπει αισθητικά τους οφθαλμούς μας ή απλά για να μας θυμίζει τα άγια πρόσωπα, αλλά μέσα απ᾽ αυτά μας υψώνει από τον φθαρτό αυτό κόσμο και μας μεταφέρει στον χώρο της βασιλείας του Θεού. Το κάλλος στη λειτουργική ζωγραφική είναι κάλλος πνευματικό και όχι σαρκικό. Η τέχνη αυτή είναι νηστευτική, σοβαρή, λιτή, απέριττη, χωρίς μάταιες επιδείξεις, σε αντίθεση με την τέχνη της Δύσεως που είναι ανθρωπόμορφη, ενδοκοσμική και νατουραλιστική. Οι παραδοσιακές λιτές βυζαντινές ορθόδοξες εικόνες δεν θέλγουν και φαίνονται δύσμορφες κι απόκοσμες στον άνθρωπο που διακατέχεται από το πνεύμα του κόσμου τούτου.


Ο αγιογράφος δεν είναι ένας απλός τεχνίτης που κατασκευάζει διάφορες αναπαραστάσεις για τον διάκοσμο του ναού, αλλά ασκεί λειτούργημα και πνευματική διακονία, την οποία επιτελεί στην Εκκλησία, όπως ο ιερέας, ο ιεροκήρυκας και ο ιεροψάλτης. Εργάζεται με φόβο Θεού και ταπείνωση με προσευχή και νηστεία, προκειμένου να έχει την άνωθεν φώτιση για να μπορεί να απεικονίζει «καλά λίαν» τις εικόνες των αγίων, σύμφωνα με τους κανόνες της γνήσιας ορθόδοξης βυζαντινής εικονογραφίας και του ορθοδόξου ήθους. Σ᾽ αυτόν ανήκει μόνο η τέχνη και η εμπειρία. Η αποστολή του μοιάζει σε πολλά σημεία με την αποστολή του ιερέως, αφού, σύμφωνα με τον άγιο Θεοδόσιο τον Ερημίτη: «ο ένας συνθέτει το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, κι ο άλλος το παριστάνει». Έχει πνευματικό αξίωμα και υψηλή διακονία καί αποστολή γιατί συμβάλλει και σήμερα να ιερουργείται το μυστήριο της εν Χριστῳ σωτηρίας.  


Το χάρισμα της αγιογραφίας, που είναι θείο δώρο στον άνθρωπο- αγιογράφο, πρέπει να συνδυάζεται με την κατάλληλη τεχνική κατάρτιση, δηλαδή τη γνώση της μεθόδου και των τεχνικών μυστικών της εικονογραφίας. Δυστυχώς σήμερα η τέχνη που βλέπομε στις εκκλησίες μας διαφοροποιείται και απέχει από τη γνήσια  λειτουργική τέχνη της ορθόδοξης εικονογραφίας. Υπάρχει πολλές φορές σύγχυση σε αυτές τις δύο  διαφορετικές τεχνικές, την αγιογραφία  και τη θρησκευτική ζωγραφική που είναι μια τέχνη με θρησκευτικά θέματα.


Οι ορθόδοξες εικόνες δεν έχουν το ανθρωποπαθές «είδος, ουδέ κάλλος», καθ᾿ όσον «το φρόνημα της σαρκός έχθρα εις Θεόν» (Ρωμ. 8,7). Η πορεία της Βυζαντινής αγιογραφίας είναι η ίδια η παράδοση και η παρουσία της Εκκλησίας του Χριστού, που πορεύεται ως φωτεινή νεφέλη μέσα στην έρημο της κοσμικής απάθειας και αγνωσίας.
Στα τέλη του 15ου αιώνα, οι επαφές με τη Βενετία έφεραν επιρροές της Αναγεννησιακής ιταλικής ζωγραφικής στην Κρήτη, σε επίπεδο τεχνοτροπίας και θεματογραφίας, οι οποίες όμως συνδυάστηκαν με τη βυζαντινή παράδοση, διαμορφώνοντας ένα εντελώς ξεχωριστό ύφος κατά τον 16ο και 17ο μ.Χ. αιώνα, αυτό που ονομάζουμε Κρητική Σχολή Ζωγραφικής. Με την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204 και αργότερα επώνυμοι αγιογράφοι εγκαταστάθηκαν στα μεγάλα κέντρα της νήσου Κρήτης δημιουργώντας Σχολή Κρητικής Αγιογραφίας με έργα Παλαιολόγειας Αναγέννησης που έχουν σαφή αναφορά  στην Πρωτεύουσα και συναντώνται στον ευρύτερο χώρο του Βυζαντίου.


Τα βασικά εκφραστικά της στοιχεία κυμαίνονταν μεταξύ του Υστεροπαλαιολόγιου φορμαλισμού και των νεωτερισμών που εισήγαγε η Μακεδονική Σχολή στα τέλη περίπου του 15ου αιώνα, τα οποία άρχισαν να αναπτύσσονται σταδιακά σε μια νέα δομή, αντιπαραβάλλοντας στην παλιά σχηματοποιημένη απόδοση των εικονογραφικών μοτίβων και στην υπερβατική σημασιοδότησή τους, μια πρωτοφανέρωτη εξωτερική χάρη και προσομοίωση στην ανθρώπινη μορφή. Αν και δεν εγκαταλείπεται πλήρως η στατικότητα του βυζαντινού φορμαλισμού, εντούτοις, η κίνηση υπεισέρχεται, οι στάσεις αποδίδονται με περισσότερη άνεση και ζωντάνια, οι όγκοι ισορροπούν επιτυχημένα και η πτυχολογία, αν και γραμμική ή λιτή, χαρακτηρίζεται από πλαστικότητα.


Βασική μέριμνα των ζωγράφων της Κρητικής Σχολής υπήρξε η αποδέσμευση από το υπερβατικό και συμβολικό στοιχείο και η υιοθέτηση της αφηγηματικότητας και της τρισδιάστατης προοπτικής. Η απόδοσή τους συμπεριέλαβε τον χρωματισμό, που αν και τοποθετείται ή κατασκευάζεται με τον παραδοσιακό τρόπο (χρυσό φόντο και τεχνική της αυγοτέμπερας), σε αρκετές περιπτώσεις διασπάται και αναλύεται στα συστατικά του, παίζοντας διακριτικά με το φως και τους τονισμούς των συμπληρωματικών.
Ο έγκριτος και καταξιωμένος αγιογράφος κ. Εμμανουήλ Μπετεινάκης επί δεκαετίες ασκεί με επιτυχία, ευαισθησία και επίγνωση το υψηλό έργο της αγιογραφίας και του εξεικονισμού των ιερών προσώπων της Εκκλησίας και συνεχίζει αυτήν την παράδοση της Κρητικής Σχολής. Πολλά από τα έργα του κοσμούν και πλουτίζουν Ιερούς Ναούς και Παρεκκλήσια της Μητροπολιτικής μας περιφέρειας.


Ιδιαίτερη όμως επιτυχία σημείωσε η ιστόρηση της επίσημης Τράπεζας της Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Ιεράς Μονής Παναγίας Ακρωτηριανής Τοπλού Σητείας με την παλαιά τεχνική της νωπογραφίας (φρέσκο). Η περιγραφή της πορείας του σπουδαίου και μοναδικού αυτού έργου και η πολύτιμη εμπειρία του διακεκριμένου αγιογράφου καταγράφονται λεπτομερώς με σαφήνεια και απλότητα στα εκθέματα των εικόνων της περιοχής Ιεράπετρας και Σητείας. Τον συγχαίρομε και τον επαινούμε δημόσια, ως γνήσιο εκφραστή και φορέα της μεγάλης αγιογραφικής παράδοσης, αφού πάντα υπερσκελίζει τα όποια φυσικά εμπόδια και τις αντικειμενικές δυσκολίες για χάρη της ιεράς αυτής τέχνης. Αυτό και μόνο το γεγονός αποτελεί καθολική αναγνώριση των ικανοτήτων και δεξιοτήτων του και της πολύτιμης προσφοράς του.
Εκφράζομε πολλές και θερμές ευχαριστίες στους συντελεστές της έκθεσης, στον Σεβ. Μητροπολίτη Αγίας Πετρουπόλεως και Λάτογκας κ. Βαρσανούφιο,στον Βικάριο Επίσκοπο κ. Μελέτιο, στον κ. Νικολάϊ Μπούρωφ, Διευθυντή του Κρατικού Μουσείου – Μνημείου «Καθεδρικός Ναός Αγίου Ισαακίου», στον κ. Παναγιώτη Μπεγλίτη, Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος στην Αγία Πετρούπολη, στην Περιφέρεια Κρήτης και εκπρόσωπο του  Περιφερειάρχη Κρήτης κ. Σταύρου Αρναουτάκη Περιφερειακό Σύμβουλο και Εντεταλμένο Σύμβουλο για θέματα Πολιτισμού της Περιφέρειας Κρήτης κ. Κώστα Φασουλάκη για την οικονομική αρωγή για τη μεταφορά των εικόνων, χωρίς την οποία ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν ακατόρθωτο, στο Δήμο Σητείας και τον Δήμαρχο κ. Θεόδωρο Πατεράκη για την ανάληψη της γραφειοκρατικής διαδικασίας.
Από καρδίας ευχόμαστε να τον ενισχύει η χάρη του Θεού, που «πάντοτε τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληρεί», για να συνεχίσει για πολλά ακόμη χρόνια να δημιουργεί και να απεικονίζει το θείον σε μια ανεικονική εποχή, χωρίς πρότυπα και αξίες, τα δε έργα και η ζωή του να ομιλούν για «την υπερβολήν της δυνάμεως του Θεού», που νικά τον κόσμο, για να έχομε τη συνέπεια και τη συνέχεια της αμωμήτου Ορθοδόξου πίστεως και της ιεράς παράδοσης του Γένους μας».
Επιπλέον, μέσω skype ο Αγιογράφος κ. Εμμ. Μπετεινάκης αναφέρθηκε στους στεχνούς και ισχυρούς ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς μεταξύ Ρωσίας και Κρήτης-Ελλάδας και τόνισε ότι με αυτή την έκθεση των αχειροποιήτων εικόνων της Κρητικής Σχολής Αγιογραφίας αποδεικνύεται η βαθιά σχέση με τις αρχαίες παραδόσεις της Κρητικής Σχολής. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι φορητές εικόνες της Κρητικής Σχολής Αγιογραφίας του γνωστού αγιογράφου κ. Εμμανουήλ Μπετεινάκη έφθασαν στην Αγία Πετρούπολη από την Ιερά Μονή Τοπλού, Ιερούς Ναούς της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, καθώς και από άλλους ναούς της Ανατολικής Κρήτης. Ο γνωστός κρητικός αγιογράφος έχει τοιχογραφήσει το Επισκοπικό Παρεκκλήσιο του Οσίου Ιωάννου του Ερημίτου στον αύλειο χώρο της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, την περίφημη τράπεζα της Ιεράς Μονής Τοπλού με την τεχνική της νωπογραφίας, μέρος των τοιχογραφιών της Ι. Μονής Παναγίας Φανερωμένης Ιεράπερας, του Ι. Ησυχαστηρίου Αναστάσεως του Κυρίου και Άξιόν Εστι Ιεράπετρας, φορητές εικόνες των τέμπλων των Ι. Ναών Αγ. Γεωργίου Σητείας, Ευαγγελίστριας Σητείας, Αγ. Νικολάου στη Ναυτική Βάση Κυριαμαδίου και Αγίας Φωτεινής πόλεως Ιεράπετρας και Παναγίας της Ελεούσας Ιεράπετρας.
Τέλος, την Κυριακή 4 Οκτωβρίου ο Σεβ. Μητροπολίτης κ. Ευγένιος και οι 130 Κρήτες  προσκυνητές (80 από την Ιερά Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας και οι υπόλοιποι από την Ι. Μητρόπολη Κυδυνίας και Αποκορώνου και την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης) συμμετείχαν στην τελεσθείσα Θεία Λειτουργία στον Ιερό Καθεδρικό Ναό της Παναγίας, πολιούχου του Καζάν, όπου προσκύνησαν την Θαυματουργό δακρυορούσα εικόνα την Παναγία της Καζάνσκαγια, και επέστρεψαν συν θεώ πάντες τη Δευτέρα 5η Οκτωβρίου με απευθείας πτήση της Αεροφλότ από Μόσχα-Ηράκλειο.