Ενοριακός Ναός Αγίου Γεωργίου - Εισόδια Θεοτόκου
Από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, στην περιφέρεια της Μυρσίνης υπήρχαν επτά συνοικισμοί η μετόχια. Οι επτά συνοικισμοί ήταν γνωστοί με το κοινό όνομα «Μετόχια» (Metochia), όπως αναφέρεται σε γραπτές πηγές για πρώτη φορά στην απογραφή του 1834, η ως «Μετόχια Τουρλωτής», αφού μέχρι το 1916 υπάγονταν στην Κοινότητα Τουρλωτής. Αποτελούνταν από τα μετόχια-συνοικισμούς: ο Άγιος Γεώργιος η Μαντράκι η Ζερβουδιανά (η σημερινή Μυρσίνη), η Αγία Μαρίνα, ο Άη Αντώνης, ο Άη Γιάννης, το Τσαγκαριανό η Πέρα Μετόχι, ο Κάστελλος και το Μανιαδιανό, ενώ μεμονωμένες κατοικίες υπήρχαν και σε άλλα σημεία, όπως στη θέση «Πρίνος», στη θέση «Χαλινομούρι» και στη θέση «Λαψανάρης», όπου κατοικούσε η οικογένεια του θρυλικού ιερέα παπά-Μανώλη Δανδουλάκη (Νταντουλόπαπα). Σταδιακά τον 20ο αι. οι κάτοικοι των συνοικισμών συγκεντρώθηκαν γύρω από τον συνοικισμό του Αγίου Γεωργίου, κάποια από τα μετόχια εγκαταλείφθηκαν οριστικά και ο οικισμός μετονομάστηκε Μυρσίνη.
Το 1916 οι κάτοικοι, κατόπιν προτάσεως του τότε Ιερέως π. Μιχαήλ Ζερβάκη του νεώτερου, έδωσαν το όνομα «Μυρσίνη» στο σχεδόν ενοποιημένο χωριό. Αφορμή για την ονομασία έδωσε μια τεράστια μυρτιά που υπήρχε στο δυτικό άκρο του χωριού, αλλά και το ότι ο θάμνος αυτός υπάρχει σε αφθονία στην περιοχή. Στην απογραφή του 1920 το χωριό απογράφεται με την ονομασία Μυρσίνη (366 χριστιανοί κάτοικοι) και το 1928 επίσημα αναγνωρίστηκε ως Κοινότητα Μυρσίνης (Φ.Ε.Κ. Α΄ 202/18.9.1928).
Ο ενοριακός ναός του Αγίου Γεωργίου είναι κτισμένος στο ομώνυμο μετόχι που ονομαζόταν και Ζερβουδιανά, από κάποιον πρώτο κάτοικο Ζερβουδάκη από τη Βιάννο, η Μαντράκι, από τις μάντρες αιγοπροβάτων που υπήρχαν εκεί. Ο αρχικός ναός ήταν κτίσμα ενετικής περιόδου και αφιερωμένος στον μεγαλομάρτυρα και τροπαιοφόρο Άγιο Γεώργιο και κτίστηκε από κάποιο μοναχό Παχώμιο το 1635. Αργότερα το 1831, την εποχή της αιγυπτιοκρατίας στη Κρήτη, ανακαινίστηκε εκ βάθρων, σύμφωνα με τις εντοιχισμένες στο κτίσμα επιγραφές του 1635 και του 1831. Υπήρξε πιθανόν το Καθολικό κάποιας μικρής Μονής. Αργότερα στα τέλη του 19ου αι. κατεδαφίστηκε και οικοδομήθηκε για τρίτη φορά ο σημερινός διπλός καμαροσκέπαστος ενοριακός ναός, αφιερωμένος στον λαοφιλή Άγιο Γεώργιο το βόρειο κλίτος και το νότιο στα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Είναι κτισμένος στη βορειοδυτική πλευρά του χωριού, δίπλα στην εθνική οδό Σητείας Αγίου Νικολάου, σε υψόμετρο 330 μ. και έχει μοναδική θέα προς στον κόλπο του Μεραμβέλλου. Σύμφωνα με τις εντοιχισμένες πάνω από την είσοδο του βόρειου κλίτους επιγραφές ο αρχικός ναός κτίστηκε στις 2 Οκτωβρίου 1635 από τον Μοναχό Παχώμιο «ΑΧΛΕ ΜΗΝΗ ωκτωβρήου στας 7 ΜΟΝΧΟΠΑΧΟΥΜΗΟΣ», ο οποίος κατά την προφορική παράδοση προερχόταν από το κοντινό κοινόβιο μοναστήρι της Αγίας Μαρίνας, που ήταν παλαιότερο. Θεωρείται βέβαιο ότι στην περιοχή υπήρχε μοναστήρι η εγκαταβίωναν μοναχοί τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα.
Η παράδοση θέλει τον πρώτο ναό να τον καταστρέφουν οι Τούρκοι αμέσως μετά την κατάληψη της Κρήτης (1669). Στις αρχές του 19ου αι. ο τότε χωριανός Ιερέας π. Κωνσταντίνος Ζερβάκης έθεσε σκοπό την εκ νέου ανέγερση ναού στον οικισμό Ζερβουδιανά, στη θέση που προϋπήρχε ο ναός του Αγίου Γεωργίου.
Στην ανοικοδόμηση εργάστηκαν όλοι οι κάτοικοι των Μετοχίων, και το 1831 ο ναός ανηγέρθηκε για δεύτερη φορά, όπως επιβεβαιώνει η δεύτερη εντοιχισμένη πλάκα του σημερινού ναού στο ίδιο σημείο «†1831†ΟΚΤΟΒΡΙΟΥ ΜΝΗΣΤΥΤΗ ΚΥΡΙΕ ΤΩΝ ΚΤΗΤΟΡΟΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΑΥΤΗΣ ΚΟΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΗΕΡΕΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΝΟΡΙΤΟΝ ΤΟΝ ΒΟΙΘΥΣΑΝΤΟΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΝ ΚΑΙ ΚΩΣΤΑΝΤΗΝΟΥ ΓΑΡΕΦΑΛΑΚΗ ΚΑΙ ΧΑ(ΤΖΗ) ΒΑΣΙΛΙ ΚΑΙ ΜΗΧΑΗΛ ΠΟΓΑΖΙ». Να σημειώσουμε ότι τις εντοιχισμένες πλάκες είδε και αναφέρει ο Ιταλός G. Gerola στις αρχές του 20ου αι.
Όταν πέθανε ο παπάς Κωνσταντής Ζερβάκης ετάφη στο νότιο μέρος της αυλής της εκκλησίας, που μέχρι τις αρχές του 20ου αι. χρησίμευε και για κοιμητήριο του οικισμού των Ζερβουδιανών.
Στα τέλη του 19ου αι., όταν ο οικισμός μεγάλωνε και αυξάνονταν συνεχώς οι ανάγκες, ο ναός κατεδαφίστηκε και στη θέση του ανοικοδομήθηκε ο σημερινός. Για τον σκοπό αυτό Μυρσινιώτες δώρισαν έκταση για τον αύλειο χώρο, στην οποία υπήρχε πανύψηλος πλάτανος στη βόρεια πλευρά και μηλολιά στη θέση που σήμερα βρίσκεται το γραφείο της Ενορίας, και αργότερα κτίστηκε το Δημοτικό Σχολείο.
Οι εργασίες ξεκίνησαν με αρχιτέκτονα και πρωτομάστορα τον Π. Μιχελιδάκη από τα Έξω Μουλιανά και με τη συμμετοχή όλων των χωριανών, όπως μαρτυρεί η εγχάρακτη επιγραφή στο υπέρθυρο του νότιου κλίτους «ΑΝΕΚΑΙΝΙΣΘΗ Ο ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΜΕΤΟΧΙΩΝ ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ αωπζ (1887) ΜΗΝΙ ΑΥΓΟΥΣΤΩ» και με μικρότερα γράμματα από κάτω «ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ Π. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ».
Τα εγκαίνια του ναού έγιναν από τον Επίσκοπο Ιεροσητείας Αμβρόσιο Σφακιανάκη (1890-1929), του μεν βόρειου κλίτους του Αγίου Γεωργίου, σύμφωνα με τα Απομνημονεύματά του, στις 8 Οκτωβρίου 1895, του δε νότιου κλίτους στις 15 Οκτωβρίου 1906 ημέρα Κυριακή.
Καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών, σύμφωνα με μαρτυρίες, ο ναός του 1831 δεν κατεδαφίστηκε από ευλάβεια. Αυτό συνέβη αναγκαστικά μετά την αποπεράτωση του νέου μεγαλοπρεπούς οικοδομήματος. Σύμφωνα με μαρτυρίες έως το 1955, οπότε τοποθετήθηκαν πλακάκια στο δάπεδο, ήταν ευδιάκριτα τα υπολείματα του παλαιού ναού και ιδιαίτερα η θέση της πέτρινης Αγίας Τράπεζας μπροστά από τον μεσαίο κίονα του σημερινού ναού. Η τοιχοποιία έγινε με χώμα και ασβέστη από τη Σαντορίνη, οι θόλοι κατασκευάστηκαν από πέτρες πελεκητές και τα σκαλοπάτια του ιερού Βήματος είναι από πέτρες Ελούντας που κουβαλήθηκαν με βάρκες.
Ο ναός είναι κτισμένος με νεοβενετική μορφολογία και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Η αισθητική αξία του μνημείου εστιάζεται κυρίως στον λαξευτό και λιθόγλυπτο διάκοσμο των εξωτερικών όψεων. Εντυπωσιακά είναι τα περίτεχνα λιθόκτιστα πλαίσια που κοσμούν τις θύρες στις δύο εισόδους της δυτικής όψης και αναπτύσσονται σε ζώνες με ημικιονίσκους, παραστάδες και εξέχοντα γείσα. Εξαίσια δείγματα λιθογλυπτικής βλέπουμε στο υπέρθυρο του βόρειου κλίτους με λαξευμένα άνθη, δένδρα, ρόδακες και στη μέση έφιππο και δρακοντοκτόνο τον Άγιο Γεώργιο. Το θύρωμα του νότιου κλίτους είναι πολύ λιτό και διακρίνεται η ανάγλυφη παράσταση των Εισοδίων της Θεοτόκου στο κέντρο του υπέρθυρου, ανάμεσα στην προαναφερόμενη κτητορική επιγραφή του 1887. Χαρακτηριστική λιτή διακόσμηση με κυματοειδή πελεκητή κορνίζα έχουν τα αετωματικά υπέρθυρα τόξα. Στο εσωτερικό του υπέρθυρου τόξου της θύρας του βόρειου κλίτους σώζονται εντοιχισμένες οι δύο επιγραφές από τους παλαιότερους ναούς με ημερομηνίες αντίστοιχα 1635 και 1831. Επίσης, εμφανείς είναι οι αετωματικές επιστέψεις του δυτικού και ανατολικού τοίχου που κοσμούνται από «κεντητούς» κυκλικούς διάτρητους φεγγίτες, ιδιαίτερης τέχνης, και απολήγουν στα άκρα σε ανάγλυφους έλικες και κοχλίες, που πλαισιώνουν κεφαλές δράκων στην ανατολική όψη και καταλήγουν στους λίθινους σταυρούς. Εντυπωσιακές είναι και οι περίτεχνες λιθόγλυπτες φωτιστικές θυρίδες στις κόγχες του ιερού βήματος που απεικονίζουν σε ρυθμό μπαρόκ διάφορα σχέδια και έχουν σε ανάγλυφη μορφή την Θεοτόκο στον τύπο της Βρεφοκρατούσας ανάμεσα σε άνθη και μία καμπάνα αντίστοιχα.
Ο ναός έχει έξι μεγάλα τοξοτά παράθυρα, από τρία στη βόρεια και τη νότια όψη για να καλύπτουν επαρκώς τις ανάγκες φωτισμού. Ακόμη, χαρακτηριστικό είναι κυρτό κορδόνι περιμετρικά του ναού, στο ύψος της γένεσης των παραθύρων, που αρχίζει από τα θυρώματα της εισόδου της δυτικής όψης και επεκτείνεται τόσο στη βόρεια όσο και στη νότια όψη. Το τρίλοβο κωδωνοστάσιο είναι νεώτερο από τσιμέντο και κατασκευάσθηκε το έτος 1935 από τον εργολάβο Δ. Γ. Σκουλικάρη από τη Νεάπολη και σε σχέδιο του Μιχ. Πετυχάκη, σώζεται όμως η λίθινη βάση του αρχικού.
Σύμφωνα με την προφορική παράδοση οι εμφανείς λαξευμένες πέτρες (πελέκια) στις γωνιές του ναού και στους δύο κίονες που στηρίζουν τον δίχωρο ναό και διαχωρίζουν μεταξύ τους τα δύο κλίτη μεταφέρθηκαν από το Πλατάνι της περιοχής της Σκοπης με βάρκες στο Χαλινομούρι, από όπου με ζώα οι εθελοντές του χωριού τις μετέφεραν στον ναό.
Εσωτερικά οι δύο ναοί συνδέονται με ψηλά τόξα επικοινωνίας που στηρίζονται σε τρεις κίονες με λιτά κυματοειδή κιονόκρανα και σφενδόνια. Σιδερένιοι ελκυστήρες έχουν τοποθετηθεί σταυρωτά για να συγκρατούν τον ναό.
Εντυπωσιακό είναι το ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο με σκάλισμα και πλήθος εικόνων σε τρεις ζώνες με τα λυπηρά και τα αναστάσιμα. Το εικονογραφικό πρόγραμμα είναι πλούσιο με παραστάσεις από την Παλαιά Διαθήκη στην πρώτη ζώνη, τις Δεσποτικές και αφιερωματικές εικόνες στη μεσαία ζώνη και το Δωδεκάορτο στην τρίτη ζώνη. Όλες είναι ενυπόγραφα έργα του γνωστού αγιογράφου εκείνης της εποχής από το Ηράκλειο Γεωργίου Α. Νικολαΐδη και φέρουν χρονολογίες από 1901 έως 1907, το έργο του οποίου αποτελεί «αντιπροσωπευτικό δείγμα της λαϊκότροπης ορθόδοξης εκκλησιαστικής ζωγραφικής της Κρήτης με φανερή επίδραση που ασκεί η αθρόα εισροή εικόνων από το Άγιο Όρος».
Επίσης, στο ναό φυλάσσονται πολλές αξιόλογες φορητές εικόνες, που χρονολογούνται το β΄ ἥμισυ του 19ου αι. (από το 1853 μ.Χ.), που μεταφέρθηκαν για λόγους ασφάλειας από τα εξωκκλήσια της Ενορίας. Στο βόρειο τοίχο βρίσκεται και ο ξύλινος άμβωνας.
Τέλος, μεταγενέστερες κατασκευές ήταν η δημιουργία βοηθητικών χώρων, διπλής σκάλας προς τον δρόμο, η συντήρηση των θόλων (κάλυψη των ρωγμών με ψυχρή άσφαλτο και αργότερα επικάλυψη με μπετόν), ενώ το έτος 1957 έγινε η επέκταση και η διαμόρφωση του αυλείου χώρου.