Ναός Αγίου Αντωνίου
Σε απόσταση περίπου τριών (3) περίπου χιλιομέτρων βορειοανατολικά από το χωριό της Μυρσίνης, στην άκρη μιας καταπράσινης κοιλάδας και κοντά στη θάλασσα, βρίσκεται ο παλαιός οικισμός του Αγίου Αντωνίου με τον ομώνυμο ναό της πρώιμης ενετικής περιόδου (1204-1453). Λίγα μέτρα βόρεια του ναού βρίσκεται και το επιβλητικό ενετικό μνημείο «Ο Πύργος του Κορνάρου».
Η οικοδόμηση του αρχικού ναού του Αγίου Αντωνίου ανάγεται με κάποια επιφύλαξη στη βυζαντινή εποχή. Στο χώρο αυτό, που βρίσκεται σε περιοχή με μοναδική φυσική ομορφιά, υπήρχε για πολλά χρόνια ο συνοικισμός-το μετόχι του Αγίου Αντωνίου, με τον ναό του, τον πύργο, το νερό στη φλέγα (fontana) κάτω από τον σημερινό δρόμο, ο οποίος είναι χωματόδρομος.
Ο νεώτερος ναός του Αγίου Αντωνίου ανοικοδομήθηκε το έτος 1920 από κατοίκους της Μυρσίνης με πέτρες από τα γύρω εγκαταλελειμμένα κτίσματα (οικίες, φούρνοι, φάμπρικα κ.α.) του ομώνυμου οικισμού, ο οποίος κατοικούνταν συνεχώς τουλάχιστον από τον 14ο αι. και εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του (τέσσερις μουσουλμανικές και τέσσερις χριστιανικές οικογένειες) μετά την τελευταία κρητική επανάσταση του 1897.
Ο ναός πριν καταστραφεί, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής αλλά και περιηγητών, ήταν κατάγραφος από αγιογραφίες, που απεικόνιζαν ευαγγελικά γεγονότα και πρόσωπα αγίων. Σύμφωνα με προφορική παράδοση ο Χατζή-Γ. Κασωτάκης από τη Μυρσίνη διηγήθηκε πως με τον αδερφό του κατάφεραν το 1900 να αφαιρέσουν την καπνιά από τους τοίχους της εκκλησίας και να αποκαλύψουν πεντακάθαρες πολλές από τις τοιχογραφίες και αποκάλυψαν στο ανώφλι της εισόδου τοιχογραφία του έτους 1100 μ.Χ. με τη μορφή άγνωστου προσώπου και κάτω απ’ αυτήν είχαν αναγνώσει την επιγραφή «Αλέξιος Κομνηνός Αυτοκράτωρ Κωνσταντινουπόλεως».
Στις τοιχογραφίες υπήρχαν μεταξύ άλλων οι μορφές του Αγίου Αντωνίου, της Αγίας Μαρίνας, της Αγίας Παρασκευής, της Βαϊοφόρου, καθώς και διάφορες αξιόλογες φορητές εικόνες, που σήμερα φυλλάσσονται στον ενοριακό ναό Αγίου Γεωργίου Μυρσίνης.
Με την κατάρρευση τμήματος του πύργου το 1918 γκρεμίστηκε και το μεγαλύτερο μέρος του παλαιού ναού, αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα ξανακτίστηκε στη σημερινή μορφή του με πρωτοβουλία του τότε Εφημερίου Μυρσίνης π. Μιχαήλ Ζερβάκη και αρχιμάστορα τον Μιχ. Χανιωτάκη η Μαρουκλάκη από το Χαμαίζι, που είχε νυμφευθεί στη Μυρσίνη. Χρησιμοποιήθηκαν μπαζα και από τον παρακείμενο ερειπωμένο πύργο, ενώ τα λίθινα πελέκια της θύρας, του παραθύρου από πορόλιθο της περιοχής φιλοτέχνησε ο λιθοξόος Συλλιγάρδος από την Τουρλωτή. Ο ναός όταν αποπερατώθηκε εγκαινιάστηκε από τον Επίσκοπο Ιεράς και Σητείας Αμβρόσιο Σφακιανάκη την Κυριακή 19 Οκτωβρίου του έτους 1924.
Στον βόρειο τοίχο, στο εσωτερικό του ναού, διασώζεται το χάραγμα πάνω στην πέτρα: «1677 ΒΙΤΖΕΝΤΖΟ ΚΟΡΝΑΡΟΣ». Πιθανότατα, πρόκειται για το όνομα του προσκυνητή που άφησε μνημόνιο της επίσκεψής του στο ναό, και από το όνομα του έλαβε την ονομασία του και ο παρακείμενος εντυπωσιακός ενετικός πύργος. Δεν πρόκειται, πάντως, για τον ποιητή του «Ερωτόκριτου», του κορυφαίου έργου της νεοελληνικής ποίησης, παρόλο που ο Ξανθουδίδης ταύτισε τον Κορνάρο του χαράγματος με τον ποιητή του «Ερωτόκριτου». Σχετικά με την ταύτιση αυτή ο αρχαιολόγος Νίκος Παπαδάκης, στο βιβλίο του «Σητεία, η πατρίδα του Μύσωνα και του Κορνάρου» αναφέρει ότι το 1968 ο Ν. Παναγιωτάκης μετά από έρευνα στα ενετικά αρχεία απέδειξε ότι η σύνθεση του ποιήματος πρέπει να έγινε στα 1585-1600 από τον Βιτσέντζο Κορνάρο (1553-1613) του Τζάκομο, ο οποίος γεννήθηκε στην Τραπεζόντα Σητείας το 1553, έζησε στη Σητεία μέχρι το 1580 και αργότερα εγκαταστάθηκε στον Χάνδακα (Ηράκλειο), όπου και πέθανε το 1613. Μάλλον πρόκειται για ένα μέλος της εξελληνισμένης οικογένειας των βενετσιάνων αρχόντων που ζούσαν σε διάφορα χωριά της επαρχίας Σητείας, ενώ δεν αποκλείεται κατά την περίοδο της ενετοκρατίας στον οικισμό του Αγίου Αντωνίου να κατοικούσε κάποια οικογένεια των Κορνάρων.
Πρόκειται για μονόχωρο καμαροσκεπή ναό, ο οποίος έχει δεχθεί πολλές κακόγουστες επεμβάσεις που έχουν αλλοιώσει τον αρχικό χαρακτήρα του, τόσο κατά το 1918 που ξανακτίστηκε όσο και σε νεώτερα χρόνια.
Χαρακτηριστικά είναι στις εξωτερικές όψεις το περιμετρικό δοκάρι περίδεσης από σκυρόδεμα στο ύψος κάτω από τη στέγη, το καμπαναριό επίσης από σκυρόδεμα και τα κονιάματα από τσιμέντο, αλλά και το πρόκτισμα που προστέθηκε στη νότια όψη για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των προσκυνητών της πανηγύρεως που ως γνωστόν τελείται στις 17 Ιανουαρίου κάθε χρόνο, καιρό χειμώνος.
Στο εσωτερικό το τέμπλο του ναού είναι σύγχρονο ξυλόγλυπτο, φιλοτεχνημένο από τον μακαριστό λαϊκό Σητειακό ξυλογλύπτη Εμμανουήλ Μαρουκλή, όπως και οι εικόνες σύγχρονες βυζαντινής τεχνοτροπίας, του Χριστού, της Θεοτόκου και του Αγίου Αντωνίου.
Το δάπεδο είναι από κεραμικό πλακάκι. Το μόνο στοιχείο που έχει διατηρηθεί από τον παλιό ναό είναι η εντοιχισμένη στον βόρειο τοίχο εγχάρακτη ενθύμιση με το όνομα ΒΙΤΖΕΝΤΖΟ ΚΟΡΝΑΡΟΣ και χρονολογία 1677.
Όλος ο αύλειος χώρος, που υπήρξε άλλοτε και το νεκροταφείο του οικισμού, είναι διαμορφωμένος με φυσική πέτρα και είναι ενιαίος με τον μεσσαιωνικό πύργο.
Η οικοδόμηση του μεσαιωνικού «Πύργου του Κορνάρου», που είναι κτισμένος παραπλεύρως (βόρεια) του ναού και έχει είσοδο από τη νότια πλευρά, ανάγεται στα χρόνια της ενετοκρατίας. Θεωρείται πιθανό να αναφέρθηκε ως οχυρή κατοικία-πυργόσπιτο, που συνηθιζόταν μετά τον 15ο αι. από αρχοντικές οικογένειες που ζούσαν στην ύπαιθρο. Δεν αποκλείεται ο πύργος να κτίσθηκε για λόγους φρούρησης της περιοχής, που βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, λόγω των συχνών πειρατικών και τουρκικών επιδρομών.
Κατά τον 18ο αιώνα συνδέθηκε με τον κρυπτοχριστιανό της περιοχής Μπραΐμη (Μπραϊμογιάννη) –Ιωάννη για τους χριστιανούς–, ο οποίος κατοικούσε στον πύργο του οικισμού του Αγίου Αντωνίου και περιέθαλπτε πολλούς χριστιανούς κατά την επανάσταση του 1821. Χρησίμευσε ως κάστρο των Ενετών και αργότερα των Οθωμανών. Μάλιστα, η παράδοση αναφέρει ότι όταν κατέδωσαν στον Καδή της περιοχής ότι ο Μραΐμης είναι κρυπτοχριστιανός και περιθάλπει τους χριστιανούς, για να παραπλανήσει τους απεσταλμένους που ήθελαν να διαπιστώνουν την αλήθεια, συμφώνησε με τον φαμέγιο του Ζερβουδάκη και έκαψε τον ναό, αφού αφαίρεσαν τα ιερά σκεύη και τις εικόνες. Επίσης, ο ιερέας των Μετοχίων π. Κωνσταντής Ζερβάκης (προπάππους του ιερέα π. Μιχαήλ Ζερβάκη που ανοικοδόμησε τον ναό) διηγούνταν ότι πολλές φορές ιερουργούσε στον Άγιο Αντώνιο και ο Μραΐμης κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Επιτελούσε όμως τα θρησκευτικά του καθήκοντα κρυφά μέσα στον πύργο.
Στο εσωτερικό του πύργου, υπάρχουν δύο όροφοι και μεγάλη αποθήκη, οι ένοικοί του μπορούσαν από ψηλά και με ασφάλεια –λόγω των επάλξεων– να εποπτεύουν σε μεγάλη απόσταση ξηρά και θάλασσα. Επίσης, σε περίπτωση επιδρομής μπορούσαν να αμυνθούν μέσα από τον συμπαγή όγκο του πύργου με τα μικρά ανοίγματα και να προστατευτούν για κάποιο διάστημα λόγω της αυτονομίας του οικοδομήματος. Στην τελευταία επανάσταση των Κρητών κατά των Οθωμανων το 1897, οι κάτοικοι της περιοχής φοβήθηκαν μήπως οι Τούρκοι καταλάβουν και εκμεταλλευτούν το πύργο και γι’ αυτό αποπειράθηκαν να τον κατεδαφίσουν με δυναμίτες, γεγονός που προκάλεσε στο κτίσμα σοβαρές ρωγμές. Δύο δεκαετίες αργότερα, τη Μεγάλη Παρασκευή του έτους 1918, σε μια μεγάλη κακοκαιρία μεγάλο τμήμα του πύργου κατέρρευσε και καταπλάκωσε τον ναό, με αποτέλεσμα να καταστραφεί σχεδόν ολοσχερώς. Ο πύργος, που αιώνες δεσπόζει στην περιοχή του Αγίου Αντωνίου, αναστηλώθηκε τη δεκαετία του 1990 με πρωτοβουλία του τότε Προέδρου της Κοινότητας Μυρσίνης Αναγνώστη Αντωνίου Μανιαδάκη και από τότε είναι επισκέψιμος.